Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

Κάτι στιχάκια που

δεν τα βρήκα αλλού στη θάλασσα του νετ.

Με κάθε επιφύλαξη, λοιπόν:

The Dead Brothers- How deep is the water

How deep is the water
How high is the sky
How deep is that love you said was mine
the deep dark river it looks so cold
but I'm sure you'll never leave me alone

How deep is the water
How high is the sky
Who cares what the people might say
The sea is always deeper
where it's blue
I'll go anywhere oh anywhere with you

How deep is the water
How high is the sky
Will you forever be mine

Look how pale the moon shines
from below the waves
peace, reset the bottom of my dreams

How deep is the water
How cold is the night
Heaven is silent for those with no name
Of course, I was dreaming, of another trade
but I blew the only chance I had

How deep is the water
How high is the sky
We all know the path is narrow
that it leads to nowhere
but tell me
do you have somewhere else to go


με αφορμή μια χειμωνιάτικη κοπέλα

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

[Προμετωπίδα σὲ μιὰ ἀντιγραφὴ τῶν «Ὠδῶν»]

«Θλίβει ὁ καπνὸς τὸ διάστημα γαλάζιον τῶν ἀέρων»- διαβάζω
Κάλβο, ποὺ τύπωσε στὰ ῾26 καὶ τὸν γνωρίσαμε στὰ ῾88·
καὶ ποὺ ἔμεινε ἀξομολόγητος στὰ γεροντάματα, σὰν ἕνα «ραγισμένο βάζο»,
στὰ χέρια μιᾶς γριᾶς Ἐγγλέζας δασκάλας, σύμβολο ἀκατάλυτο καὶ φριχτὸ

γιὰ ὅσους ἐπιμένουν νὰ γράφουν στίχους ἢ πρόζα ποὺ κανεὶς δὲν καταλαβαίνει,
καὶ γυρεύουν νὰ δοξαστοῦν, οἱ τυχάρπαστοι, ἀπὸ τοὺς λογάδες καὶ τοὺς σοφούς,
ἐνῶ θὰ νά ῾ταν χίλιες φορὲς προτιμότερο, καὶ ἡ τέχνη πολὺ πιὸ εὐτυχισμένη,
ἂν πήγαιναν στὴν Ἐκάλη νὰ μαζεύουν κούμαρα, ἢ στὴ Γλυφάδα νὰ ψαρεύουν ροφούς.

Γ. Σεφέρης

Τράνσβααλ, 11. 12. 1941



Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

Είναι κάπως αστείο

σε ένα κομμάτι χαρτί
με κάτι σκόρπιες σημειώσεις σκέψεων
-τώρα το βλέπω σαν κάποιου τύπου ημερολόγιο χωρίς γεγονότα-
κάπου γύρω στα 16
έγραφα


"να φροντίσεις
να είσαι ανίκανος να νιώσεις μοναξιά"


σωστός, το είχα ξεχάσει, θα το φροντίζω

και είμαι ήδη σε πολύ καλό δρόμο

Portrait of a Lady

Διάπραξες-
Μοιχεία: όμως τούτο γίνηκε σε άλλη χώρα
και χώρια απ' αυτό η τσούπρα έχει πεθάνει. (Jew of Malta)

Ι.
Του Δεκέμβρη κάποιο δειλινό γεμάτο κάπνα και ομίχλη
Άφησες τη σκηνή να στηθεί μονάχη- καθώς έδειχνε πως θα γινόταν-
μ' ένα "αυτό το απόγευμα το κράτησα για σένα"
και στη σκοτεινιασμένη κάμαρα τέσσερα κεριά,
τέσσερα δαχτυλίδια φωτεινά απάνω στο ταβάνι
Ατμόσφαιρα μνήματος Ιουλιέτας.
Έτοιμη για όσα είναι να ειπωθούν ή ανείπωτα να μείνουν.
Ας πούμε, πήγαμε και ακούσαμε το νεότατο Πολωνό
να εκπέμπει απ' τα μαλλιά και τα ακροδάχτυλά του τα Πρελούδια.
"Τόσο οικείος, αυτός ο Chopin, που θαρρώ πως η ψυχή του
θα έπρεπε να ανασταίνεται ανάμεσα σε φίλους μονάχα
κανά δυο-τρεις, που δε θα πλήγωναν την τελειότητα
που φθείρεται και αμφισβητείται στις αίθουσες συναυλιών."
- Και έτσι η κουβέντα ξεγλιστρά
ανάμεσα σε επιθυμίες χαλαρές, τύψεις προσεκτικά ξεγελασμένες,
ανάμεσα σε ήχους χαμηλόφωνους βιολιών
που μπλέκονται με απόμακρες κορνέτες
και ξεκινά.
"Δεν ξέρεις τι σημαίνουν οι φίλοι μου για μένα,
και πόσο, πόσο περίεργο και σπάνιο είναι, να βρεις,
σε μια ζωή που απαρτίζεται τόσο πολύ, τόσο πολύ από απομεινάρια,
(γιατί στα αλήθεια δεν την αγαπώ... τό'ξερες; δεν είσαι τυφλός!
Πόσο ευαίσθητος είσαι!)
να ανακαλύψεις κάποιο φίλο που να'χει τις ποιότητες εκείνες
να'χει και να προσφέρει
τις ποιότητες εκείνες που πάνω τους στηρίζεται η φιλία.
Τι σημασία έχει που στα λέω όλα αυτά
Δίχως τις φιλίες αυτές- η ζωή, τι βαρεμάρα!"

Ανάμεσα σε κουρδίσματα βιολιών
και κορόνες
από κορνέτες ραγισμένες
ένα πνιχτό ταμ-ταμ αρχινά μες στο μυαλό μου
να σφυροκοπά κάποιο δικό του παράλογο πρελούδιο,
Ιδιότροπα μονότονο
που'ναι τουλάχιστον μια "φάλτσα νότα" καθαρή.
Ας ανασάνουμε βαθιά, σάμπως για να φτιαχτούμε με ταμπάκο,
ας θαυμάσουμε τα μνημεία
ας συζητήσουμε τα τελευταία γεγονότα
ας βάλουμε την ώρα μας με τα δημόσια ρολόγια.
Έπειτα, ας κάτσουμε τις μπύρες μας να πιούμε καμιάν ώρα.

ΙΙ.
Τώρα που ανθούν οι πασχαλιές
έχει ένα βάζο από αυτές στην κάμαρά της
και στρίβει μια, καθώς μιλά, στα δάχτυλά της.
"Α , φίλε μου, δεν ξέρεις, δεν ξέρεις
τι πράγμα είναι η ζωή, εσύ που στα χέρια σου την έχεις"
(Στρίβοντας αργά την πασχαλιά βαδίζει αγέρωχα)
"Την αφήνεις και σου ξεγλιστρά, την αφήνεις
και η νιότη είναι σκληρή, οίκτο πολύ δεν έχει
και κοροϊδεύει πράγματα που δεν μπορεί να δει".
Φυσικά, εγώ χαμογελώ
και συνεχίζω πίνοντας τσάι.

" όμως μ'αυτές τις δύσεις του Απρίλη, που μου θυμίζουν κάπως
τη θαμμένη μου ζωή και το ανοιξιάτικο Παρίσι
νιώθω απέραντη γαλήνη και βρίσκω να είναι ο κόσμος
θαυμαστός και νεανικός στο κάτω-κάτω".

Η φωνή της επιστρέφει σαν επίμονη παραφωνία
βιολιού σπασμένου κάποιο αυγουστιάτικο δειλινό:
"Πάντοτε είμαι βέβαιη πως κατανοείς
τα αισθήματά μου, πάντοτε βέβαιη πως νιώθεις,
βέβαιη πως πάνω από την άβυσσο απλώνεις το χέρι σου.

Είσαι άτρωτος, χωρίς αχίλλεια πτέρνα.
Θα πας μπροστά και όταν επικρατήσεις πια
μπορείς να πεις: σε τούτο το σημείο απέτυχαν πολλοί
Όμως φίλε μου, τι μου έμεινε, τι μου έμεινε
να σου χαρίσω, τι μπορεί να πάρεις από εμένα;
Μόνο τη φιλία και την κατανόηση
κάποιου που βρίσκεται σχεδόν στου ταξιδιού το τέλος.

Θα μείνω εδώ, τσάι σερβίροντας σε φίλους..."

Παίρνω το καπέλο μου: πως μπορώ δειλά να επανορθώσω
αυτά που μου είπε;
Στο πάρκο θα με συναντάς κάθε πρωί
τα κόμικς να διαβάζω και τις αθλητικές σελίδες.
Σημειώνω ιδιαιτέρως
κόμισσα Βρετανή ανεβαίνει στη σκηνή
σε χορό Πολωνών κάποιος Έλληνα δολοφονεί
άλλος ένας τράπεζας καταχραστής ομολογεί.
Κρατώ την ψυχραιμία μου
Αυτοκυριαρχούμαι
Εκτός από τη στιγμή που μια λατέρνα, κουρασμένη και μηχανική
πάλι και πάλι παίζοντας κάποιο παλιό σουξέ
με τους υακίνθους στον κήπο να μοσχοβολούν
θυμίζει πράγματα που έχουν ποθήσει άλλοι.
Σωστές οι σκέψεις αυτές ή λαθεμένες;

ΙΙΙ.
Πέφτει η νύχτα του Οκτώβρη: επιστρέφοντας όπως παλιά
Με εξαίρεση μια αίσθηση ανάλαφρης κακοκεφιάς
ανεβαίνω τα σκαλιά, στρίβω το πόμολο της πόρτας
και αισθάνομαι σαν να έχω ανέβει με γόνατα και χέρια.
"Φεύγεις λοιπόν στο εξωτερικό. Και πότε επιστρέφεις;
Η ερώτηση όμως αυτή είναι περιττή.
Το πότε θα ξανάρθεις ούτε και εσύ το ξέρεις,
θα βρεις τόσα πολλά να μάθεις".
Το γέλιο μου πέφτει βαρύ ανάμεσα στα μπιμπελό.

"Ίσως μπορέσεις και μου γράψεις".
Η ψυχραιμία μου αναπτερώνεται για μια στιγμή.
ΑΥΤΟ είναι όπως το λογάριασα.
"Τώρα τελευταία αναλογίζομαι συχνά
(όμως καμιά αρχή το τέλος της δεν ξέρει!)
πως και δεν καταφέραμε να γίνουμε φίλοι".
Νιώθω σαν κάποιος που γελά και καθώς γυρίζει βλέπει
ξαφνικά την έκφρασή του σε καθρέφτη.
Χάνεται η ψυχραιμία μου. Αληθινά είμαστε στο σκοτάδι.

"Γιατί καθένας έτσι μου έλεγε, όλοι μας οι φίλοι,
όλοι τους ήταν σίγουροι πως αισθηματικά θα σχετιζόμασταν
πολύ στενά! εγώ από μόνη μου δύσκολα το καταλαβαίνω.
Πρέπει τώρα να το αφήσουμε στην τύχη
Θα μου γράψεις, όπως και να'χει.
Ίσως δεν είναι ακόμα πολύ αργά.
Θα μείνω εδώ, τσάι σερβίροντας σε φίλους".

Και πρέπει κάθε μορφή που αλλάζει να δανειστώ
έκφραση να βρω... να χορέψω, να χορέψω
σαν αρκούδα γυμνασμένη,
σαν παπαγάλος να μιλώ, σαν πίθηκος να φλυαρώ.
Ας ανασάνουμε βαθιά, σάμπως για να φτιαχτούμε με ταμπάκο-

Λοιπόν! Και αν κάποιο απόγευμα αυτή πεθάνει,
Μουντό απόγευμα καπνό γεμάτο, χρυσό απόβραδο, τριανταφυλλί.
Πεθάνει και με αφήσει εδώ να κάθομαι με την πένα στο χέρι
με τον καπνό να ξεγλιστράει από τις σκεπές.
Αναποφάσιστος, για λίγο
μη γνωρίζοντας τι να αισθανθώ ή αν το καταλαβαίνω
ή ηλιθίως ή σοφά, αργοπορημένα ή πολύ νωρίς...
Άραγε δε θα ήταν τελικά δικό της το πλεονέκτημα;
Ταιριάζει αυτή η μουσική με ένα "πέσιμο θανάτου"
τώρα που για θάνατο μιλάμε-
Και άραγε θα έπρεπε να είχα το δικαίωμα να χαμογελώ;

Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

η Ποίηση


Ένας πυρετός στο αίμα μια θηλιά στο λαιμό μηνίγγια που
βροντοχτυπούν φωνές που σε προστάζουν κρύψου σ' ακούν τα
θηλυκά φωνήεντα να στριγκλίζουν στο σκοτάδι διάττοντες ν'
αργοπεθαίνουν χρώματα να στροβιλίζουν κι η διάγνωση
κατηγορηματική ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ λέξεις διάφανες να
συνωθούνται μέσα σου συνταιριάζονται πλέουν σε μια θάλασσα
φωτός φωτιάς ποτισμένες στο αίμα της καρδιάς σου
καταγράφουν περιγράφουν κι ο Ποιητής η μόνη αληθινή αυθόρμητη
γνήσια φωνή


Σ' έναν κόσμο συναλλαγών η Ποίηση δε συναλλάσσεται  Σ'
έναν κόσμο φθοράς η Ποίηση παραμένει άφθαρτη  Είναι μια
αρρώστια που σε σιγοκαίει όπως ο έρωτας και η θέρμη
Συμπτώματα: συμπεριφορά παιδιού καθαρό μυαλό και μάτι
που τρυπάει σκοτάδια και καπνούς  Όπου Ποίηση και αλήθεια
Φάρμακο για τη μοναξιά και τους πόνους της καρδιάς Δε
χρειάζεται φίλτρο Χρήση εσωτερική Και προπαντός υπόθεση
προσωπική


Μέσα σε πλήθη τυμβωρύχων φαρισαίων κι επιτήδειων κάτω
απ' τους όγκους μολυσμένου περιβάλλοντος πίσω και πέρα
και πάνω απ' τον ηλιοβόρο χρόνο πάντοτε θα ξεπροβάλλει η
Ποίηση για την πιο μεγάλη αναμέτρηση του ανθρώπου

~Κλείτος Κύρου~



Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

“Αυτός που βγήκε χαμένος”


Μουρμουρίζει μόνος του, όπως κάνουν όσοι υποφέρουν από μοναξιά.
Ακόμα έχει μεράκια, ακόμα λαχταράει.
Ποιόν άραγε και τί;
Μπήγει τα γέλια νευρικά όταν του έρχεται να μπήξει δαγκωνιές.
Κάνει έρωτα με σφιχτοκλεισμένα μάτια.
Του φαίνεται πως έχει κεφάλι ψαριού, βράγχια, λέπια.
Κάνει με μισή καρδιά ό,τι μπορεί.
Στα βασικά ζητήματα τα κάνει μούσκεμα.
Δεν μπορεί να ζήσει ούτε μαζί, ούτε χωρίς αυτούς που αγαπά.
Σέρνει το κορμί του στα πιο απίθανα μέρη.
Ονειρεύεται σταματημένες ατμομηχανές που βγάζουν καπνό στη χειμωνιάτικη νύχτα.
Χιόνι.
Σπάνια μιλάει, σπάνια ακούει, κάνει πως ακούει, κάνει πως μιλάει.
Φοβάται τα μεγάλα σκυλιά. Τους ρίχνεται στον ύπνο του.
Βάρος του τα προνόμιά του, αλκοολίκι η συνείδησή του.
Σίγουρος πως μόνο όποιος υποφέρει έχει δικαίωμα να ζει.
Θέλοντας και μη ευσυνείδητος, κατά βάθος ακοινώνητος.
Ημι-αυτιστικός συνδικαλιστής, ονειροπολεί στις συνελεύσεις.
Πιστεύει πως όσοι νομίζουν ότι έχουν δίκιο έχουν άδικο για αυτόν ακριβώς το λόγο.
Αφόρητα απροσποίητος.
Υποψιάζεται πως όλοι είναι σαν αυτόν και για αυτό είναι φιλύποπτος.
Τις νύχτες κείτεται άγρυπνος σφιχτοκρατώντας το πέος του.
Συγχύζεται εκεί που δεν πρέπει, όταν δεν πρέπει και όπως δεν πρέπει.
Κρυφοί μονόλογοι με νεκρούς ποιητές σε μυστικά δωμάτια.
Έχει ακουστεί να λέει: “Σύντροφοι, μην πάτε για ύπνο πριν πάρετε το υπνωτικό σας χάπι.”
Σκοντάφτει πότε- πότε, πέφτει, βλέπει οράματα, τον συνεπαίρνει η ομορφιά της γης.
Θεωρεί ότι οι φιλόζωοι είναι δειλοί.

~"Tillkortakommanden",  Claes Andersson~

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2013

Μια εγωιστική ιδέα ευτυχίας.

Νομίζω πως έχω το δικαίωμα να έχω και εγώ για μία φορά (πρώτη φορά) ένα εντελώς προσωπικό και εντελώς εγωιστικό πλάνο ευτυχίας, πολύ προσωπικής και πολύ ατομικής ευτυχίας, έστω και αν αυτό είναι μικρόνοο και ανόητο και γενικά δε με νοιάζει, αυτό είναι και τέλος.
Το πλάνο, λοιπόν, έχει:
κρύο, γκρίζο ουρανό, χιόνι, κανά ποτάμι ή λίμνη ή θάλασσα και μια ψιλό- ψευτό- βαρκούλα, σπίτι με καμινάδα, μυρωδιές κέικ και καφέ, μερικά βιβλία και μουσική, να είμαι μόνος μου με μόνη συντροφιά ένα κοπάδι άγρια ζώα (και έλκηθρο) και μια αξιοπερίεργη γυναίκα και να μη χρειάζεται να ανοίγω ποτέ, σε κανέναν και για τίποτα την πόρτα μου και τα βράδια να κοιτάζω σαν ηλίθιος και σιωπηλός το βόρειο σέλας ή το φεγγάρι και να μη με νοιάζει τίποτα μα τίποτα άλλο απολύτως.


Θα τα καταφέρω, θα το κάνω. Να δείτε που δε θα είναι και τόσο δύσκολο τελικά. Ξεκινάω σήμερα και είμαι αισιόδοξος γιατί αυτή τη φορά, είναι η πρώτη φορά που έχω συγκεκριμένο στόχο και σχέδιο και σκοπό και είμαι αποφασισμένος.

Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

Συνεχίζοντας με αυτά που όλο ανέβαλα να αναρτήσω

έχουμε λίγο Μπρεχτ:


Ο ποιητής Κην έλεγε:
Πώς να γράψω αθάνατα έργα όταν δεν είμαι γνωστός;
Αν δε με ρωτήσουν πως ν’ αποκριθώ;
Γιατί να χάνω χρόνο με στίχους που ο χρόνος θα τους χάσει;
Γράφω τις προτάσεις μου σε μια γλώσσα στέρεη
Γιατί φοβάμαι πως θα περάσει πολύς καιρός
Ώσπου να εφαρμοστούν.


Για να φτάσουμε στο μεγάλο χρειαζόμαστε μεγάλες αλλαγές.
Οι μικρές αλλαγές είναι εχθροί των μεγάλων αλλαγών.
Έχω εχθρούς. Πρέπει λοιπόν να είμαι γνωστός.

"Απόφθεγμα"
================================================


Μικρός Μοναχός: Δεν νομίζετε πως η αλήθεια θα επικρατήσει, ακόμα και χωρίς εμάς, απλά και μόνο επειδή είναι η αλήθεια;

Γαλιλαίος: Όχι. Θα επιβληθεί όση αλήθεια εμείς επιβάλλουμε. Άλλωστε, η νίκη της λογικής δεν είναι παρά η νίκη των λογικών.

από το  θεατρικό “Η ζωή του Γαλιλαίου”
=======================================================================

Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

Του σκοτεινού συνωμότη*.

ΜΕΡΕΣ 1953
 
Σκεφτείτε τη θέση της Κυβερνήσεως
  μετά την δολοφονίαν των ποιητών
εμένα σκεφτείτε ανεβαίνοντας το φλογερό δρόμο
που άλλοτε ακούγονταν κλαγγές όπλων
  φοιτητών
  τώρα έρημο πάρκο.
Σκεφτείτε τη θέση των ποιητών
  μετά την εγκαθίδρυση των κυβερνήσεων
μετά τη διαταγή παύσατε πυρ υμνήσατε τους
  άρχοντας

σκεφτείτε και εμένα.

Μέσα στο ήρεμο πλήθος υψώνομαι
  με κοιτάζουν παράξενα
μέσα στη νέα βουή δεν ακούγομαι
  πέφτω και φεύγω.
Γιέσενιν – Μαγιακόφσκι αδελφοί που τερματίσατε
δεν αγαπήσατε τα ήρεμα βράδια τον καφέ
  τις συζητήσεις
δεν είχατε σε ποιόν να επιτεθείτε.
Τώρα κυριαρχεί η χαμηλή φωνή
κάποιου εγκάρδιου Ναζίμ
  που μας καλεί για ειρήνη
τώρα χτυπάν στα πάρκα τα παιδιά τραγούδια των σκλάβων.
Ξαφνιάζονται οι άνθρωποι σαν ακουστεί
το Εμπρός επαναστάτες
ξαφνιάζονται σαν ακουστεί Ελευθερία.

Πάψε τους ύμνους σου αστέ ποιητή έλληνα
  Λειβαδίτη
για έρωτες και σπίτια και ηρεμία
  όσο ανθρώπινα κι αν είναι.
Αύριο θ’ αναγκαστείς να φωνάζεις
όπως άλλοτε μαζί μου θάνατος στους τυράννους.
Αύριο που η ζωή θα μας σφίγγει
θα βγεις με την κορούλα σου στους δρόμους
γεμάτος απορία μέσα στις φλόγες
  και δε θ’ αναγνωρίζεις τίποτα.
Έλα μαζί μου.
Μίλα για μια τεράστια σύγκρουση της εργατιάς
  μ’ αρχόντους
ατσάλωνε την τόση θέληση της
  πάψε τους θρήνους σου.
Εγώ με τη φωτιά του 17 προχωράω αντίθετα
  από τα συνέδρια τις συσκέψεις
αντίθετα από τις μυστικές αστυνομίες
από τους υπουργούς τις δεξιώσεις
  αντίθετα στον πόλεμο.

Κανένας πια δεν έμεινε ποιητής.
Έτσι μονάχος ανοίγω το δρόμο.

--------------------------------
--------------------------------
(*του Μ. Κατσαρού.)

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

Απόσπασμα από ένα γράμμα.

Αγαπητέ πατέρα,

υπάρχουν στιγμές στη ζωή του καθενός που μοιάζουν με τα σήματα των συνόρων: δηλώνουν την ολοκλήρωση μιας περιόδου αλλά ταυτόχρονα υποδεικνύουν καθαρά μια νέα κατεύθυνση.
Σε μια τέτοια μεταβατική στιγμή, νιώθουμε υποχρεωμένοι να δούμε το παρελθόν και το παρόν με το αετίσιο μάτι της σκέψης, ώστε να αποκτήσουμε συνείδηση της πραγματικής μας θέσης. Στ' αλήθεια η παγκόσμια ιστορία αρέσκεται στο να κοιτάζει πίσω με αυτό τον τρόπο και να αντλεί υλικό, πράγμα που της δίνει συχνά εμφάνιση παρακμής ή στασιμότητας, ενώ είναι απλά όπως ήταν και πριν, ξαπλωμένη στην πολυθρόνα, προσπαθώντας να κατανοήσει τον εαυτό της και να συλλάβει διανοητικά τις δραστηριότητές της, τις δραστηριότητες του νου.
Τέτοιες στιγμές, νομίζω, ένα άτομο μπορεί να γίνει λυρικό, γιατί κάθε μεταμόρφωση είναι εν μέρει ένα κύκνειο άσμα και εν μέρει η εισαγωγή σε ένα υπέροχο, καινούριο ποίημα, το οποίο προσπαθεί να αποκτήσει μια σταθερή μορφή με λαμπερά χρώματα που βυθίζονται το ένα μέσα στο άλλο. Εντούτοις, θα μας άρεσε να αναζωογονήσουμε μιαν ανάμνηση εκείνου που ζήσαμε κάποτε, έτσι ώστε αυτή η εμπειρία να ξανακερδίσει στα συναισθήματά μας τη θέση που έχασε στις πράξεις μας. [...] Και τι καλύτερη αποζημίωση και συγχώρεση θα μπορούσε να υπάρχει για μια απαράδεκτη και αξιοκατάκριτη κατάσταση από το να τη δούμε σαν την έκφραση μιας αναγκαίας και αναπόφευκτης τάξης πραγμάτων; Πώς, εξάλλου, θα μπορούσε το συχνά αρρωστημένο παιχνίδι της τύχης και των εσφαλμένων εκτιμήσεων να αποφύγει καλύτερα την κατηγορία ότι οφείλεται σε μια διεστραμμένη καρδιά;
Για αυτό λοιπόν, τώρα, στο τέλος ενός ολόκληρου χρόνου που έζησα εδώ, και αφού έριξα μια ματιά πίσω μου στην αλυσίδα των γεγονότων που συνέβησαν στη διάρκεια αυτού του διαστήματος, με σκοπό, αγαπητέ μου πατέρα, να απαντήσω στην άπειρα συγκινητική σου επιστολή, επίτρεψέ μου να σε ενημερώσω σχετικά με το πως αντιμετωπίζω τη ζωή γενικά, σαν την έκφραση μιας διανοητικής δραστηριότητας που αναπτύσσεται προς όλες τις κατευθύνσεις, στην επιστήμη, στην τέχνη και στα προσωπικά ζητήματα.
Όταν έφυγα από το σπίτι, ένας νέος κόσμος άρχισε να δημιουργείται για εμένα, ο κόσμος του έρωτα, ενός έρωτα που ήταν πραγματικά, στην αρχή τουλάχιστον, ανέλπιδος, γεμάτος πάθος και επιθυμία. Ακόμα και το ταξίδι, που κάτω από άλλες συνθήκες θα με είχε ευχαριστήσει φοβερά, θα με είχε εμπνεύσει στη μελέτη της φύσης και θα είχε θερμάνει τον ενθουσιασμό μου για τη ζωή, με άφησε αδιάφορο. Αντίθετα, μου στέρησε σε καταπληκτικό βαθμό το χιούμορ, γιατί οι βράχοι που αντίκρισα δεν ήταν περισσότερο απότομοι και απόκρημνοι από τα ίδια τα συναισθήματα της ψυχής μου, οι μεγάλες πόλεις δεν ήταν περισσότερο ζωντανές από το αίμα μου, τα γεύματα δεν ήταν περισσότερο υπερβολικά και δυσκολοχώνευτα από τον όγκο των φαντασιώσεων που κουβαλούσα μαζί μου και, τελικά, κανένα έργο τέχνης δεν ήταν τόσο όμορφο όσο εκείνη.
Μετά την άφιξή μου, αποφάσισα να διακόψω όλες τις επαφές που είχα μέχρι τότε, επικοινωνούσα αραιά και σχετικά απρόθυμα και προσπάθησα να βυθιστώ στην επιστήμη και στην τέχνη.
Σαν συνέπεια του τρόπου που σκεφτόμουν εκείνη την περίοδο, η λυρική ποίηση επρόκειτο να γίνει το πρώτο πράγμα που με ενδιέφερε, τουλάχιστον το περισσότερο ευχάριστο και άμεσο. Αλλά λόγω της γνωστής συμπεριφοράς μου και όλων όσων είχαν προηγηθεί στη ζωή μου, αυτή η ποίηση ήταν καθαρά ιδεαλιστική. Ο παράδεισός μου, η τέχνη μου, έγινε ένας κόσμος τόσο μακρινός όσο και η αγάπη μου. Και έτσι κάθε τι πραγματικό έγινε ομιχλώδες και τα ομιχλώδη πράγματα δεν έχουν καθορισμένο περίγραμμα. Όλα τα ποιήματα των τριών πρώτων τόμων που της έστειλα χαρακτηρίζονται από επιθέσεις ενάντια στην εποχή μας, φλύαρες και παιδαριώδεις εκφράσεις συναισθηματισμών, τίποτα το φυσικό, πράγματα χτισμένα από σεληνόφως, μια πλήρη αντίθεση ανάμεσα σε αυτό που είναι και σε αυτό που θα έπρεπε να είναι, ρητορικές εκλάμψεις αντί για ποιητικές σκέψεις, αλλά εντούτοις, και μια κάποια αισθηματική ζεστασιά, μια φροντίδα για την ποιητική φλόγα. Ολόκληρη η έκταση μιας ανυπομονησίας χωρίς όρια βρίσκει εκεί την έκφρασή της με πολλές και διαφορετικές μορφές και μετατρέπει την ποιητική "σύνθεση" σε "μακρηγορία". [...]













------------------------------------------------------------------
το γράμμα είναι του Καρλ Μαρξ γραμμένο στο Βερολίνο στις 10-11 Νοέμβρη του 1837 και σκοπό έχει να ενημερώσει τον πατέρα του για τον έρωτά του για την Τζένη φον Βεστφάλεν, την απόφασή του να εγκαταλείψει την ιδέα να ασχοληθεί με την ποίηση (απόφαση στην οποία τον ωθεί και η ίδια η αγαπημένη του) και να τον ενημερώσει για το πως βλέπει την πορεία του μετά από ένα χρόνο ως φοιτητής στο Βερολίνο όπου είχε πάει για να σπουδάσει Νομική.
Στο γράμμα αντικατέστησα το όνομα της αγαπημένης του Μαρξ "Τζένη" με το "εκείνη", δεν έβαλα εξαρχής την ημερομηνία και την πόλη- όπως συνηθίζεται- ώστε να κάνω το γράμμα πιο "απρόσωπο" και "άχρονο".

Υ.Γ: συγγνώμη που δεν έχω απαντήσει ακόμα στα σχόλια της προηγούμενης ανάρτησης. Υπόσχομαι πως θα το κάνω σύντομα.

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Αυτολογοκρισία.

Οι αναρτήσεις που δημοσιεύω είναι οι μισές (και λιγότερο) από αυτές που γράφω.

Δεν ξέρω σίγουρα γιατί συμβαίνει αυτό, ή αν συμβαίνει και σε άλλους ή αν συμβαίνει σε όλους άλλα με διαφορετικό τρόπο ή για διαφορετικούς λόγους στον καθένα.

Σήμερα, έφτιαξα δύο που δεν δημοσίευσα. Και αυτό γιατί τελειώνοντας ο δίσκος που άκουγα όταν έγραφα την πρώτη, πήρε μαζί του αυτά που με πλημμύριζαν και ξαφνικά δεν είχα πια έντονη ανάγκη να γράψω. Μόνο που είχα ήδη γράψει. Οπότε, απλά, έμοιαζε πλέον ανόητο να δημοσιεύσω αυτό που είχα γράψει.

Η δεύτερη έφαγε λογοκρισία για άλλους λόγους. Εσωτερικής συνέπειας.

Δεν ξέρω, δεν νιώθω άνετα να τις διαγράφω- ειδικά όταν δεν μου κοστίζει τίποτα απλά να τις έχω εκεί.

Απλά, το θέμα με την αυτολογοκρισία είναι ότι τελικά είναι κάπως δύσκολο να έχεις μέτρο.

Αλλά, όπως έλεγε και ο τύπος από την προηγούμενη (δημοσιευμένη προφανώς) ανάρτηση:

"Το καλύτερο με την απόρριψη του ίδιου σου του εαυτού είναι πως δεν αφήνεις το απεχθές αυτό καθήκον να γίνει πρόβλημα άλλου ανθρώπου".

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Νύχτα με τη νύχτα.

Μπάρνυ, το κατάλαβες αμέσως
όταν έκοψαν στη μέση το
μήλο
ότι στο δικό σου κομμάτι θα υπήρχε το
σκουλήκι.
ήξερες ότι ποτέ δεν θα ονειρευόσουν ένδοξους κατακτητές
ή κύκνους.
κάθε άνθρωπος έχει την προκαθορισμένη του θέση κι η
δική σου είναι
στο τέλος της ουράς,
μιας μακριάς, μακριάς ουράς,
μιας σχεδόν ατέλειωτης ουράς
κάτω απ΄τις χειρότερες δυνατές καιρικές συνθήκες.
ποτέ δεν θα σ'αγκαλιάσει μια όμορφη κυρία
κι η θέση σου στο σύμπαν των πραγμάτων
θα περάσει απαρατήρητη.
υπάρχουν άνθρωποι που έρχονται στη γη όχι για να ζήσουν
αλλά για να πεθάνουν
αργά και βασανιστικά ή
γρήγορα κι
ανώφελα.
οι δεύτεροι είναι οι τυχεροί.
Μπάρνυ, δεν ξέρω τι να πω.
συμβαίνουν
αυτά.
είναι καθαρά θέμα τύχης.
γεννηθήκαμε δίχως τύχη και δίχως αγάπη,
μας πέταξαν στο καζάνι που βράζει.
θα ξεχαστείς όσο γρήγορα
ξεχνιέται το όνειρο της περασμένης βδομάδας.
Μπάρνυ, η δικαιοσύνη δεν έχει καμιά σημασία.
κάθε ηρωική προσπάθεια αποτυγχάνει.
Μπάρνυ, έχεις ένα δισεκατομμύριο ονόματα
κι άλλα τόσα πρόσωπα.
δεν είσαι μόνος.
αρκεί να κοιτάξεις
γύρω σου.

(Από τον πυγμάχο Τσαρλς Μπουκόφσκι).

Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012

Ελλάδα 2012

και όχι Θήβα 88

(εκτός και αν δεν αναφέρεται σε χρονολογία αλλά σε χιλιομετρική απόσταση από την πτωχεύ... εεε την πρωτεύουσα ήθελα να πω)

Μα εγώ αισιοδοξώ.

(και όχι επειδή είμαι χαζοχαρούμενος, αλλά επειδή βλέπω να υπάρχουν και αντιστάσεις και αντισώματα)




Η απουσία μου (σιγά που έλλειψα κιόλας) οφείλεται σε σατανικές υποχρεώσεις.



άντε άλλα δυο από τελευταία αγαπήμενο καλλιτέχνη, έτσι για να μη πει κανείς ότι είμαι μονοδιάστατη περίπτωση

Lovers are Strangers
{eyes will drift to the sky in time while arms keep holding tight there's a party in full force still the guests can't help but watch the door
expressing your uncertainties through years of anniversaries then five years down the line you'll say: she was never my type
lovers are strangers there's nothing to discuss hearts will be faithful while the truth is told to someone else 
when you look off tell me who you really love
fall comes by surprise looking into strange eyes like school kids who are not friends in the streets they are connected huddling in the dark the only number you call magic moments are not lost they'll outlive all your doubts}

Party Girl (με τη φοβερή στιχάρα It doesn't matter what you create if you have no fun και με τον τέλειο σαρκασμό)
{It doesn't matter What you create If you have no fun Pretty girl Put down your pen Come over here I'll show you how its done
I can dance, I can drink
In the dark It's all a trick
Across the room, across the street
I'm in the moment Can't you see
I'm a party girl Do a twirl See my eyes, throw a glance Can't you see I'm a natural
Life of a party girl, funny girl Make you laugh, want me bad Now I feel so much better
In the back
Of a car I just met them tonight and I feel like such a star
What's your name
What's your art Nobody knows About my broken heart
Yes I'm a party girl
Crazy girl See my lips, how they move Can't you see I'm a natural
Life of a party girl
Sexy girl I used to be so fragile But now I'm so wild
What did you do last night?
Oh, I was out so late, now I'm so tired
What did you do last night?
Oh, I was out so late, now I'm so tired
I'm a party girl
Do a twirl See my eyes, throw a glance Can't you see I'm a natural
Life of a party girl, funny girl
Make you laugh want me bad Now I feel so much better
I used to cry
But now I don't have the time I used to be so fragile But now I'm so wild
So wild}


από Chinawoman.

Όχι και τόσο κεφάτες επιλογές, αλλά τι να κάνουμε, υπάρχουν και οι πουτάνες οι αντικειμενικές συνθήκες... όχι, κάτσε, οι πουτάνες είναι οι υποκειμενικές... ή τα μπέρδεψα πάλι; καλά, βασικά, όπως βολεύεται ο καθένας.

Σάββατο, 5 Μαΐου 2012

Συντονίζομαι.

Απόψε θα έχει λένε το μεγαλύτερο φεγγάρι των τελευταίων πολλών χρόνων.  Χθες πήραν μια γεύση για το τι έρχεται σήμερα όσοι έριξαν μια ματιά στον ουρανό. Θα ουρλιάξω, λοιπόν, απόψε σαν τρελαμένος λύκος στο φεγγάρι (περιμένοντας ίσως μια κάποια απάντηση).

Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

Έφηβος ξανά.

Μέταλ, καφρίλες, ψάξιμο, συναισθηματισμοί και χαοτικές αλλαγές διάθεσης.
Τι στο γέρο διάολα έχω πάθει;

Τέλος πάντων, πήγα και στην κηδεία του Μητροπάνου. Όχι ακριβώς δηλαδή. Πήγα γιατί με πήρε τηλέφωνο ένας φίλος που ήταν εκεί και που είχε σουρώσει άσχημα και θεώρησα ότι θα χρειαστεί μια βοήθεια. Καλώς θεώρησα.
Εγώ δε θα πήγαινα αλλιώς, δε μου καθόταν σωστά για κάποιο λόγο. Ωστόσο ομολογώ ότι με άγγιξε το σκηνικό εκεί.
Τώρα τι να πώ και να μην είμαι κοινότυπος; Μου άρεσε πάντα πολύ ο τύπος, ειδικά 2 δίσκους τους έχω μέσα στην καρδιά μου. Το Στου αιώνα την παράγκα πρώτο και καλύτερο και το Παρέα μ' έναν Ήλιο. Τέλος πάντων η κατάληξη ήταν ότι σούρωσα και εγώ αγρίως όταν ο φίλος και παλιός συμμαθητής που είχα πάει να βρω στην κηδεία με έβαλε να πάρω τηλέφωνο όσους φίλους από τα παλιά δεν είχε καταφέρει να ειδοποιήσει εκείνος και βρεθήκαμε να ξημερωνόμαστε σε ένα από τα πιο κακόφημα παρκάκια της περιοχής που μεγαλώσαμε, πίνοντας ταυτόχρονα μπύρες, ρετσίνες και ούζα και τραγουδώντας ότι μας ερχόταν από Μητροπάνο και μιλώντας για όλα αυτά που έχουν σημασία, σε ένα άλλο επίπεδο και με ένα άλλο τρόπο- και όχι για το πως προχωράει ο καθένας με τα μαθήματα και τη σχολή και τη δουλειά και άλλα τέτοια τυπικά, που δεν τα υποτιμώ ακριβώς, αλλά δε δείχνουν την τοποθέτησή σου απέναντι στη ζωή, πόσο έχεις αλλάξει από τα 15 σου, αν έχεις γίνει αυτό που ήθελες τότε ή αυτό που δεν ήθελες και έκραζες. Φοβερό πράγμα η αντροπαρέα. Ειδικά μεθυσμένη. Εξαγνισμός μιλάμε. Δεν μπορώ να πω περισσότερα και μάλλον δεν χρειάζεται κιόλας.

Α και θέλω να μοιραστώ μια φράση που γουστάρω και υιοθετώ, μέχρι να βρεθεί κάποια που να με εκφράζει περισσότερο:
"Ευτυχία για εμένα είναι ένα καθαρό ποτήρι κρύο νερό." Μ. Δούκα.
Απλό και βαθύ και περιεκτικό.

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

Καουμπόικο

Ο ήλιος έγερνε στη δύση όταν ο Άβερελ ΓΑΠ Ντάλτον έμπαινε στο city of Athens. Η σκόνη από την έρημο της Ελευσίνας, καθισμένη βαριά στο καπέλο του, έκανε τα μάτια του καουμπόυ σκοτεινά σαν τη νύχτα του Γκραν- Κάνυον.
Εκείνη τη στιγμή η φωτογραφία του κάουμπόυ στη διαφήμιση του Marlboro δάκρυσε. Ήταν ένα σημάδι του πεπρωμένου για τον Άβερελ. Εκείνος έδεσε το γέρικο κουρασμένο άλογό του έξω από τα Mac Donald's  και τράβηξε δυτικά... (μουσική: "Born in the USA").
Στο βάθος ακούστηκε ένα τρένο να σφυρίζει τρεις φορές. Η Πατησίων street ήταν άδεια. Μόνο μια μορφή στεκόταν ακλόνητη στο ύψος της Αμερικής square και περίμενε...
Όλος ο κόσμος είχε κλειστεί σπίτι του... Ο τρόμος βασίλευε στην πόλη... Όλοι έβλεπαν Παπακαλιάτη.
Ο ήχος που άφηναν τα σπιρούνια του Άβερελ σταμάτησε απότομα. Οι δυο άντρες κοιτάχτηκαν αντιμέτωποι:
- Ποιός είσαι ξένε και τι ζητάς σε αυτή την πόλη;
- Πτέραρχος ΓΑΠ επιτελάρχης του ΔΝΤ.
- Τα τσακάλια ζουν στην έρημο ξένε...
- Πέτα το πιστόλι φίλε και ακολούθα με... Βρες και ένα άλογο... Ο δρόμος για το στρατηγείο της Τρόικα είναι μακρύς.
- Ποτέ τσακάλι! Θα μετρήσεις μέχρι το 7 και εγώ μέχρι το 10... Και όποιος τραβήξει πρώτος...
- Ο Άβερελ ΓΑΠ Ντάλτον πρόλαβε να μετρήσει μέχρι το 6.98. Αυτό ήταν το τελευταίο του λάθος. Όλες οι σφαίρες του άλλου τον βρήκαν κατάστηθα... Ο Άβερελ έπεσε στο χώμα και ψιθύρισε τα τελευταία του λόγια...
- Τουλάχιστον, να μη χαθεί το κόμμα του μπαμπά μου, να μπορούμε να συνεχίσουμε να κάνουμε κουμάντο...

THE END

--------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Πειραγμένο κείμενο από Στάθη (νομίζω από τις κυριακάτικες ιστορίες).

Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

Διάλογος μεταξύ συνδικαλιστών.

- Γιατί όπως είχε πει και ο Λένιν "[τσιτάτο]".
- Τι λες ρε; Σε ποιο έργο του τα γράφει αυτά ο Λένιν;
- Στα Άπαντα.

Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

So this is how it feels

Αυτό θα τα λέει κάπως, νομίζω.

Στίχοι:

Six Forty five.

Six Forty five.
And the sun has cut the sky
And the clouds are still bleeding.
As mean while I
I drink alone outside the bar
at the end of the world.
So this is how it feels.

Ten Twenty five
And theres a girl with cold eyes.
But her stockings are running.
And anyway.
She's just the end of a melody
that sings to me of you.
So this is how it feels.
To stand here from the undergrowth
and rediscover emptiness.
Dancing on the beach.

About Two O five
The band's on fire it's a pyre
and the bodies are burning.
I' m still alive
but as the papers have assured me
I wont be for long.
So this is how it feels.
So this is how it feels.
To walk upon the waves alone.
With nothing to conceal.
So this is how it feels.
To crawl up from the accident
and die beneath your wheels.

Nearly Four AM.
I'm just a ripple in the tide.
And the tide is reseeding.
I really can't pretend.
That the end feels like anything
more than a joke.
So this is how it feels.
So this is how it feels.
To throw your past onto the floor
and smash it beneath your heels.
So this is how it feels.
To catch your face in a broken glass.
And know that that's what's real.

Six Forty five and the sun has cut the sky.
And the clouds are still bleeding.


----------------------------------------------------------------------------------------------------

Τώρα άλλαξα το σύνδεσμο οπότε θα έχει περισσότερο νόημα η ανάρτηση.

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Brecht- Der Nachgeborene

Το παραδέχομαι: Δεν έχω
καμία ελπίδα. 
Οι τυφλοί συζητούν για μια διέξοδο. Εγώ 
βλέπω.
Όταν τα λάθη θα έχουν καταναλωθεί μέχρι τέλους

Θα κάθεται αντίκρυ μας σαν τελευταίος σύντροφός μας
το Μηδέν.

--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Αφήνω τον τίτλο αυτού του ποιήματος του Μπρεχτ αμετάφραστο γιατί είναι κάπως ιδιαίτερο ζήτημα (για εμένα) η μετάφρασή του. Η λέξη είναι εξαιρετικά αμφίσημη και νοηματοδοτεί πολύ διαφορετικά το ποίημα.
Θα μπορούσε να είναι: "Ο Επίγονος" ή "Ο Μεταθανάτιος" ακόμα και "Ο Αργά Γεννηθείς" ή "Ο νέος" (με την έννοια της νέας γενιάς) ή "Ο Γεννηθείς μετά από ένα συγκεκριμένο συμβάν".

Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

Μια ανάρτηση με ειδική αφιέρωση

I waited all day
You waited all day
but you left before sunset
and I just wanted to tell you the moment was beautiful.
Just wanted to dance to bad music... drive bad cars... watch bad TV...
Υou should have stayed for the sunset...
If not for me

Ναι ρε Pearl Jam, πάμε λίγο.

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

Δεν το συνηθίζω

αλλά αποφάσισα να μοιραστώ ένα μικρό τίποτα που μου προσφέρει λίγο γέλιο από χθες.

Το πακέτο έγραφε:

"Το κάπνισμα
      μπορεί
να σκοτώσει."

Πήρα ένα στυλό και τώρα έχουμε:

"Το κάπνισμα
δεν μπορεί πια
να σκοτώσει."

Ε, όχι και να μας τρομοκρατεί ένα πακέτο τσιγάρα.

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

GOLDFISH



GOLDFISH

Trust
Imposed by a rod and a gun
Ain't no trust at all
Try to believe in you
Gone
Let me in the water I'll flow
Shoot me up to the skies
Land me sound and safe
Nothing to ask for
With your face to the wall
Rust
Imposed by a rod and a gun
For years and years and years
I try to believe in you
Gold
Let me in the water I'll flow
Shoot me to the skies
Land me sound and safe

Οι Last Drive έκαναν πάλι το θαύμα τους. Άλλος ένας υπέροχος δίσκος, άλλη μια καθυστερημένη ανάρτηση για πράγματα και πράξεις που ένα ρεφραίν συμπυκνώνει και ισοσταθμίζει. Καλή ακρόαση με τσιγάρο, ποτό και καφέ και φτου και απ' την αρχή.

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

Συζήτηση (ένα απόσπασμά της)

- Πονάω πολύ.
- Εγώ δεν παίζω με τέτοια πράγματα.
- Δεν είναι παιχνίδι. Τα παιχνίδια είναι αθώα.
- Τα παιχνίδια δεν είναι αθώα. Ίσα- ίσα.
- Αν δεν ήταν δε θα τα έδιναν στα παιδιά.
- Ακριβώς επειδή δεν είναι αθώα τα δίνουν στα παιδιά. Άλλωστε, ούτε τα παιδιά είναι αθώα.
- Τα παιδιά είναι ο ορισμός της αθωότητας.
- Πόσο καλά θυμάσαι την παιδική σου ηλικία;
- ... εντάξει... τα παιδιά δεν είναι αθώα αλλά τα παιχνίδια είναι. Τι παιχνίδια έπαιζες μικρός;
- Κρυφτό, κυνηγητό, αμπάριζα, δηλητήριο, χαλασμένο τηλέφωνο, μακριά γαϊδούρα, πουν'το πουν'το το δαχτυλίδι, μήλα, το κορόιδο... είναι τόσα πολλά που δεν τα θυμάμαι καν όλα πλέον. Όπως και αν έχει τα παιχνίδια δεν είναι αθώα. Όπως ούτε τα παιδικά τραγουδάκια, ούτε τα παραμύθια. Είναι γεμάτα συμβολισμούς και συμπυκνωμένη εμπειρία και πληροφορία και γνώση για το παρακάτω. Είναι μαθήματα όλα αυτά, που σε προετοιμάζουν για την υπόλοιπη ζωή σου.
- ... εντάξει, ναι μάλλον... σκατά, νιώθω πολύ γριά πλέον. Μου λείπουν όλα αυτά. Αλλά έχω μεγαλώσει πολύ για να τα κάνω πάλι.
- Δε σταμάτησες να παίζεις επειδή μεγάλωσες. Μεγάλωσες επειδή σταμάτησες να παίζεις.


Ήθελα να πω και μια ατάκα από Τομ Ρόμπινς αλλά το άφησα.

Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2012

10 τρόποι να διαβάσουμε τον Μπουκόφσκι


1. Ακούγεται ίσως παράξενο να λέγεται αυτό για έναν άνθρωπο που ψήφισε πρώτη φορά στη ζωή του σε ηλικία εβδομήντα σχεδόν χρονών και ο οποίος γράφει μια ποίηση από την οποία απουσιάζει σχεδόν παντελώς το α΄ πληθυντικό πρόσωπο, οφείλουμε ωστόσο να διαβάζουμε και να αντιμετωπίζουμε τον Τσαρλς Μπουκόφσκι πρωτίστως ως πολιτικό συγγραφέα. Γιατί είναι ένας από τους ελάχιστους συγγραφείς του 20ου αιώνα που έδωσαν φωνή και λογοτεχνική ύπαρξη στο, εν πολλοίς, βουβό και αόρατο προλεταριάτο της Αμερικής. Έχοντας γνωρίσει από πρώτο χέρι και στο πετσί του τις άθλιες συνθήκες εργασίας και ζωής της κατώτερης εργατικής τάξης, δεν παύει με την ποίηση και την πεζογραφία του να περιγράφει αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα και αναδεικνύεται, έτσι, στον κατ’ εξοχήν εκφραστή της εργατικής τάξης θέτοντας στο κέντρο του έργου του έναν κόσμο εξαπατημένο, τρομοκρατημένο, αποβλακωμένο, εξευτελισμένο και υπαρξιακά ηττημένο από τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν στο σύγχρονο καπιταλισμό – συνθήκες που από την εποχή του Μπαλζάκ και του Ντίκενς έχουν μεταβληθεί στην ουσία τους πολύ λιγότερο απ’ όσο έχουμε την τάση να πιστεύουμε.  

2. Κι αν η αναγνώριση και περιγραφή εκ μέρους του Μπουκόφσκι αυτής της ξεκάθαρα ταξικής δομής της αμερικανικής κοινωνίας γίνεται με έναν λόγο ουδέτερο, ελάχιστα ρητορικό και καθόλου προγραμματικό, δεν ισχύει το ίδιο και για τη συνολική κριτική που ασκεί. Με κάθε σελίδα που γράφει ο Μπουκόφσκι κατεδαφίζει ένα κομμάτι του αμερικανικού ονείρου. Στρέφεται συνειδητά τόσο με τον τρόπο ζωής του όσο και με το έργο του ενάντια στην υπερβολική κατανάλωση και στη συσσώρευση υλικών αγαθών, στρέφεται ενάντια στη μισθωτή εξουθενωτική και μονότονη εργασία, αρνείται την ιδεολογία της ατομικής επιτυχίας και της κοινωνικής ανόδου και ασκεί πολεμική στην ιεραρχική δομή της καπιταλιστικής κοινωνίας από την οπτική πλευρά, πάντα, της εργατικής τάξης. Η βασική πολιτική του στάση, σύμφωνα με το Russell Harrison, χαρακτηρίζεται από μια ηθική άρνησης της εργασίας, που δεν μπορεί παρά να φέρει στο νου την ανάλογη άρνηση του Αντρέ Μπρετόν, του Γκυ Ντεμπόρ και των συνοδοιπόρων τους.

3. Στη Γαλλία του μεσοπολέμου, όπου κυρίως έδρασαν οι υπερρεαλιστές, και στη μεταπολεμική Γαλλία, όπου έδρασαν οι καταστασιακοί, αυτοί που κυρίως εφάρμοσαν το δόγμα της άρνησης κάθε μισθωτής εργασίας ήταν οι καλλιτέχνες και οι στοχαστές οι οποίοι το διατύπωσαν κιόλας. Στην προπολεμική, όμως, Αμερική της οικονομικής ύφεσης και στη μεταπολεμική Αμερική της ανάπτυξης ο Μπουκόφσκι βρήκε τους ήρωές του στις φτωχογειτονιές και στα μπαρ, στα παγκάκια των πάρκων και στις γωνίες των δρόμων, στα φτηνά ενοικιαζόμενα δωμάτια και στα φτωχοκομεία, στο περιθώριο δηλαδή της σύγχρονης κοινωνίας. Και γίνεται στο εξής ο κατεξοχήν χρονικογράφος αυτού του κόσμου, ένας ακάματος γεωγράφος και ηθογράφος του περιθωρίου της Πόλης των Αγγέλων. Οι αλήτες που συναντάει, συναναστρέφεται, παρατηρεί, συμπονεί και αντιπαθεί και τους οποίους περιγράφει σε ολόκληρο το έργο του είναι οι άνθρωποι που ενσαρκώνουν το ιδανικό πρότυπο ζωής για τον Τσαρλς Μπουκόφσκι: την ολοκληρωτική άρνηση κάθε εργασίας και κάθε συμμετοχής σε αυτή τη μορφή κοινωνίας.

4. Με μια τέτοια άποψη για την πραγματικότητα, την κοινωνία και τη ζωή, που σε πολλές περιπτώσεις μετατρέπεται σε τρόπο ζωής για τον ίδιο, δεν είναι παράδοξο που ο Τσαρλς Μπουκόφσκι συχνά εμφανίζεται ως βασικός εκπρόσωπος της αντικουλτούρας των δεκαετιών του ’50 και του ’60 και το όνομά του φιγουράρει πλάι στα ονόματα του Γκίνσμπεργκ, του Μπάροουζ, του Κόρσο και των υπόλοιπων μπιτ συγγραφέων. Το έργο του, πράγματι, μπορεί να ενταχθεί στο μεγάλο αυτό κίνημα αμφισβήτησης, καθώς ο ίδιος αμφισβητεί και επιτίθεται με σφοδρότητα σε κάθε επιβαλλόμενη αυθεντία και σε κάθε εξουσία. Ξεκινώντας από τον πατέρα του, τον πρώτο που του γνώρισε το ωμό και ηλίθιο μίσος, και τους γιατρούς, που τον αντιμετώπισαν πάντα με αδιαφορία και απέχθεια, συνεχίζει με τους κατά καιρούς εργοδότες και επιστάτες που συνάντησε στις δεκάδες δουλειές που αναγκάστηκε να κάνει και δεν αφήνει, βέβαια, απ’ έξω ολόκληρο το ακαδημαϊκό και δημοσιογραφικό κατεστημένο, τους επαγγελματίες ποιητές και συγγραφείς, τους πολιτικούς καθώς και τους πλούσιους και διάσημους της κινηματογραφικής βιομηχανίας.

5. Την έντονη και δηκτική κριτική του, ωστόσο, δεν την αποφεύγουν και όλοι συλλήβδην οι εκπρόσωποι του μαζικού αυτού κινήματος αμφισβήτησης, είτε πρόκειται για τους γνωστούς και προβεβλημένους επαναστάτες και συγγραφείς της αντικουλτούρας είτε για τους κάθε λογής ανώνυμους ειρηνιστές, φεμινίστριες, αριστερούς, παιδιά των λουλουδιών, οπαδούς της ελεύθερης χρήσης ναρκωτικών και του ελεύθερου έρωτα. Γιατί η στάση του Μπουκόφσκι και η κριτική που αυτός ασκεί, διαφέρουν από τη δική τους καταρχάς από τη θέση από την οποία επιχειρούνται – ο Μπουκόφσκι αρνείται, για παράδειγμα, τη στράτευση αλλά το κάνει αυτό στη διάρκεια του β΄ παγκοσμίου πολέμου, ενός πολέμου που είχε την καλή έξωθεν μαρτυρία εφόσον γινόταν κατά του ναζισμού, ενώ οι λογής αρνητές στράτευσης του πολέμου στο Βιετνάμ αντιτίθενται σε έναν πόλεμο που καμία συνείδηση δεν τον παραδεχόταν ως «καλό» και δικαιολογημένο. Επίσης, το ποτό, τα ναρκωτικά, ο αχαλίνωτος έρωτας, η χυδαία γλώσσα, η βία δεν προβάλλονται από τον Μπουκόφσκι ως μέσα μιας καλλιτεχνικής (και εν μέρει ελιτιστικής) απελευθέρωσης, αλλά ως καθημερινές εμπειρίες του περιθωρίου και της εργατικής τάξης από την οπτική γωνία των οποίων και περιγράφονται.  

6. Ο Μπουκόφσκι εξάλλου κινείται ανάμεσα σε αυτούς τους ανθρώπους και ζει τη ζωή τους, γνωρίζει καλά την καθημερινότητά τους, τις διαφυγές τους, τις αγωνίες τους και τη σκέψη τους (ή την έλλειψη σκέψης τους), γιατί ο Μπουκόφσκι είναι ένας πλάνης, ένας flâneur, ένας καθημερινός κατάδικος της πρωτεύουσας, όπως έγραψε ο Λαφόργκ για τον Μπωντλαίρ. Κι ο Βάλτερ Μπένγιαμιν εξηγούσε: άφηνε το θέαμα του πλήθους να επιδρά πάνω του. Όμως εκείνο που τον γοήτευε βαθύτατα σ’ αυτό το θέαμα ήταν ότι, μέσα στη μέθη στην οποία τον βύθιζε, η τρομερή κοινωνική πραγματικότητα δεν εξαφανιζόταν. Παρέμενε στη συνείδησή του, με την έννοια βέβαια υπό την οποία οι μεθυσμένοι έχουν «ακόμη» συνείδηση πραγματικών καταστάσεων. Είτε βρίσκεται με τις ώρες σ’ ένα μπαρ και πίνει είτε καθημερινά στον ιππόδρομο και στοιχηματίζει είτε είναι στο δρόμο και περιφέρεται άεργος ή ακόμα και μέσα στο δωμάτιό του μόνος τις νύχτες, αυτό που κάνει ο Μπουκόφσκι είναι να παρατηρεί και να στοχάζεται την ανθρώπινη κατάσταση, την κοινή ανθρώπινη μοίρα και να την αποτυπώνει στο χαρτί με τον προσωπικό του «βρόμικο ρεαλισμό».

7. Ο ποιητής και αφηγητής των εκατοντάδων μικρών καταστροφών, προσωπικών και πανανθρώπινων, δημιουργεί με τη γραφή του μια ανθρώπινη κωμωδία, τόσο με την έννοια του έργου που αγκαλιάζει το σύνολο της ανθρώπινης ζωής όσο και με τη διαρκώς παρούσα σε αυτό διάσταση του χιούμορ. Γιατί η ποίηση και η πεζογραφία του Μπουκόφσκι είναι γεμάτες από αυτό το χιούμορ, που άλλοτε παίρνει τη μορφή του απελπισμένου γέλιου των καταδικασμένων και άλλοτε του προκλητικού γέλιου των οργισμένων, άλλοτε είναι το βιτριολικό χαμόγελο του σατιρικού και άλλοτε το καθαρό ατόφιο γέλιο που προκαλείται από τις μικρές ευτυχίες της καθημερινότητας. Συνδυάζοντας ο Μπουκόφσκι τη μικρή, καίρια και ευθύβολη φράση με την απερίφραστη βωμολοχία και την ακραία προγραμματική ειλικρίνεια δημιουργεί ένα μείγμα όπου το χιούμορ τινάζει τους σπινθήρες του σε κάθε γύρισμα της σελίδας. Είναι ένας Χέμινγουεϊ με μεταμοντέρνο γέλιο, καθώς τον χαρακτηρίζει ευφυώς η Julian Smith.

8. Οι στιγμές όπου κατ’ εξοχήν εκδηλώνεται αυτό το μπουκοφσκικό χιούμορ βρίσκονται χωρίς αμφιβολία στις ερωτικές περιγραφές που αφθονούν στο έργο του και οι οποίες από την πρώτη κιόλας στιγμή της συγγραφικής του πορείας κέρδισαν την προσοχή του κοινού, κυρίως αρνητικά και σπανιότερα θετικά, και ως σήμερα δεν έχουν πάψει να αποτελούν εμπόδιο στην πλήρη αποδοχή της ποιητικής και αφηγηματικής αξίας του Μπουκόφσκι. Γιατί δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο Μπουκόφσκι είναι σε μεγάλο βαθμό ένας ερωτικός συγγραφέας, στα βιβλία του οποίου άλλοτε περισσεύει η πορνογραφική και βωμολοχική διάθεση, άλλοτε παρασύρεται από τη γελοιογραφική και σαρκαστική του διάθεση και άλλοτε, όχι σπάνια, αποκαλύπτεται η ρομαντική ακόμη και μυστικιστική του ψυχή (στα δεκάδες ποιήματα που έχει αφιερώσει στην Τζέιν, παραδείγματος χάριν). Όπως σημειώνει ο David Charlson, είναι εν μέρει Δον Ζουάν και εν μέρει Κτήνος (από την Πεντάμορφη και το Κτήνος)· και εν μέρει ένας Ρωμαίος, θα προσθέταμε, πάντοτε όμως είναι ένας μεγάλος ερωτικός.

9. Ο Μπουκόφσκι από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε έχει διαβαστεί κι έχει γίνει αντικείμενο παρανόησης με πολλούς και ποικίλους τρόπους. Το έργο του έχει αποτελέσει αγαπημένο στόχο σφοδρών επιθέσεων εκ μέρους των κάθε λογής φεμινιστριών αλλά και εκ μέρους του ακαδημαϊκού και λογοτεχνικού κατεστημένου, το οποίο ευθύς εξαρχής τον αντιμετώπισε με αδιαφορία, περιφρόνηση και έκδηλη απέχθεια. Έχει χαρακτηριστεί χυδαίος, ακόλαστος, αθυρόστομος, βλάσφημος, βωμολόχος, πορνογράφος, τζογαδόρος, βίαιος, αλήτης, μισογύνης, σεξιστής, μισάνθρωπος, μεθύστακας, ναζιστής, απλοϊκός, κυνικός, με μια φράση: όνειδος για την οικογένεια, την κοινωνία και το έθνος, όπως προφητικά τον χαρακτήριζε ο πατέρας του. Και ως τέτοιος διαβάζεται από πολλούς ακόμα και σήμερα.

10. Είναι καιρός όμως πια να τον διαβάσουμε ως αυτό που κυρίως είναι: ένας μεγάλος και πολυδιάστατος συγγραφέας που προσφέρει, συγχρόνως, αδιαμφισβήτητη αναγνωστική απόλαυση και παρηγοριά για την ανθρώπινη μοίρα, που με τον ρεαλισμό του απεικονίζει τη ζωή και την ύπαρξη όπως ακριβώς είναι και, με την ίδια κίνηση, δείχνει πως τις ίδιες πόρτες μπορούμε να τις ανοίξουμε και με διαφορετικό τρόπο και τους ίδιους δρόμους μπορούμε να τους βαδίσουμε με διαφορετικό βήμα. Ένας συγγραφέας που, αν και γράφει έχοντας ως αποκλειστικό σχεδόν θέμα και πρωταγωνιστή τον εαυτό του, αυτό που κατά βάση κάνει είναι να μιλάει για όλους τους ανθρώπους με τρόπο που λίγοι ως τώρα το έχουν πετύχει και να ασκεί κριτική σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή θεσμό απειλεί να τσακίσει τον άνθρωπο.

Το κείμενο είναι του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου.

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

Απόσπασμα από το "Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα"

Γκρίζος κρεπαρισμένος χολεριασμένος και γρουσούζης σκατογκρινιάρης μιζερομίζερος σνομπάκιας μουνάκιας γκινιόλης πολύ Σοπενάουερ ο αρχίδης που να φτύσω στον τάφο μου.
       Να πω την αλήθεια δε με γουστάρω καθόλου.
Μ' αρέσουν οι έρημες δεντροστοιχίες η Ζυλιέτ Γκρεκό που τραγουδάει "μισώ τις Κυριακές" τα βρεμμένα παγκάκια τα νεκρά φύλλα τα ωραία ρούχα τα ωραία φαγητά οι χνουδάτες πετσέτες το χάι φιντέλιτυ η Χάντσον Κόμμοντορ του '50 το Φλοκάκι κι ο βιεννουά στο Πέτρογραδ μ' αρέσει ο Έρρολ Φλυν στην Επέλαση της Ελαφριάς Ταξιαρχίας και η Μαρί Μπλανσάρ- κανείς δεν την ξέρει αλλά στο φινάλε στα παπάρια μου ζω και χωρίς αυτά- δε ζηλεύω κανέναν και τίποτα τους έχω χεσμένους όλους τους ρουφιάνους κι αυτό με γεμίζει φούρκα δεν πάει άλλο- πολύ αδιαφορία έχει πέσει.
Η μόνη λύση μου είναι να υποκρίνομαι ότι μοιράζομαι μαζί τους τον ίδιο κόσμο κάτω απ' τον ίδιο γαμημένο ήλιο εγώ που γουστάρω τη βροχή τη θύελλα και το χιονόνερο τα μαύρα σύννεφα στο πεζοδρόμιο τον πυρετό τα ρίγη το σκοτεινό μου πάρκο και την υγρασία.
Καμμιά φορά μου τη δίνει και βγαίνω έξω από το σπίτι μου στα Τουρκοβούνια στον χωματόδρομο της Αγίας Φωτεινής και πλακώνω τις πετριές πάνω απ' τα σπίτια και τις ταράτσες να πέφτουνε στην κάτω γειτονιά- τις καλές ημέρες ακούω και κανά τζάμι να σπάει μετά τσιρίδες μακρινές μέχρι που μου την έπεσε ένας γείτονας- τι κάνεις εκεί ρε παιδί- πετάω πέτρες του είπα- άντρας είσαι εσύ ρε; θα σκοτώσεις κανέναν άνθρωπο- όχι του είπα πούστης είμαι τι γουστάρεις; κ' έμεινε κάγκελλο ο  βρωμύλος- έχω να πετάξω πολλές πέτρες ακόμα ρε καριόληδες.
Μ' αυτό που με ζοχαδιάζει περισσότερο είναι πως με πατάω στο λαρύγγι δεν μου συγχωράω τίποτα- και δε με γουστάρω καθόλου γαμώ την ανωμαλία μου μέσα να γιατί όταν είμαι κακός είμαι κακός αλλά όταν είμαι καλός είμαι χειρότερος.
Στα δώδεκά μου χρόνια έφαγα την γκόμενα του Ηλία του καλλίτερού μου φίλου μεγάλη τσογλανιά κ' έπαψα πια να με πιστεύω μου κούνησε το κωλαράκι της η βρωμομούνα κι άρπαξα σα χάνος κι από τότε έτσι και καταφέρω να προσπεράσω τα καριολόμουνα τις γκόμενες των φίλων μου νοιώθω πως κάτι νίκησα πως κάτι κέρδισα μαζί κ' έναν κουτσό πόντο.
Και δε ζηλεύω τις βίλλες στο Καλαμάκι τους μεγάλους πράσινους κήπους τις βεράντες με τις κουρτίνες στις μπαλκονόπορτες τις καλοθρεμμένες μουνίτσες στο πατινάζ τις χάι σοσάιετυ μουνάρες της Αρζεντίνα δεν κάνω όνειρα με ακριβά ρολόγια και μανικετόκουμπα δε θέλω να τρέχω πιο γρήγορα από τον Τάκη να βάζω ωραία τζαμπ-σουτ σαν τον Όλιβερ δε θέλω να' μαι πρώτος πουθενά- είμαι πρώτος από χέρι και σας έχω όλους γραμμένους στον πόιτσο μόι κουφάλες.

Εντάξει κάπου κάπου όλα αυτά μου θυμίζουν ρήματα της καυχήσεως εκείνου του παπάρα του Αλεξανδρινού Αιμιλιανού Μονάη όμως μη με σκουντάτε στον δρόμο ρε αρχίδια σκουντιέμαι και μόνος μου δε σας έχω ανάγκη- να τα βρω λίγο μαζί μου θέλω- γιατί όπως είπε κάποτε κι ο Τζέρρυ Λούις πρέπει ν' αγαπάς λίγο τον εαυτό σου γιατί στο κάτω κάτω μ' αυτόν θα ζήσεις όλα σου τα χρόνια.

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Λίγος ακόμα Ν.Ν