Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

Δεν το συνηθίζω

αλλά αποφάσισα να μοιραστώ ένα μικρό τίποτα που μου προσφέρει λίγο γέλιο από χθες.

Το πακέτο έγραφε:

"Το κάπνισμα
      μπορεί
να σκοτώσει."

Πήρα ένα στυλό και τώρα έχουμε:

"Το κάπνισμα
δεν μπορεί πια
να σκοτώσει."

Ε, όχι και να μας τρομοκρατεί ένα πακέτο τσιγάρα.

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

GOLDFISH



GOLDFISH

Trust
Imposed by a rod and a gun
Ain't no trust at all
Try to believe in you
Gone
Let me in the water I'll flow
Shoot me up to the skies
Land me sound and safe
Nothing to ask for
With your face to the wall
Rust
Imposed by a rod and a gun
For years and years and years
I try to believe in you
Gold
Let me in the water I'll flow
Shoot me to the skies
Land me sound and safe

Οι Last Drive έκαναν πάλι το θαύμα τους. Άλλος ένας υπέροχος δίσκος, άλλη μια καθυστερημένη ανάρτηση για πράγματα και πράξεις που ένα ρεφραίν συμπυκνώνει και ισοσταθμίζει. Καλή ακρόαση με τσιγάρο, ποτό και καφέ και φτου και απ' την αρχή.

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

Συζήτηση (ένα απόσπασμά της)

- Πονάω πολύ.
- Εγώ δεν παίζω με τέτοια πράγματα.
- Δεν είναι παιχνίδι. Τα παιχνίδια είναι αθώα.
- Τα παιχνίδια δεν είναι αθώα. Ίσα- ίσα.
- Αν δεν ήταν δε θα τα έδιναν στα παιδιά.
- Ακριβώς επειδή δεν είναι αθώα τα δίνουν στα παιδιά. Άλλωστε, ούτε τα παιδιά είναι αθώα.
- Τα παιδιά είναι ο ορισμός της αθωότητας.
- Πόσο καλά θυμάσαι την παιδική σου ηλικία;
- ... εντάξει... τα παιδιά δεν είναι αθώα αλλά τα παιχνίδια είναι. Τι παιχνίδια έπαιζες μικρός;
- Κρυφτό, κυνηγητό, αμπάριζα, δηλητήριο, χαλασμένο τηλέφωνο, μακριά γαϊδούρα, πουν'το πουν'το το δαχτυλίδι, μήλα, το κορόιδο... είναι τόσα πολλά που δεν τα θυμάμαι καν όλα πλέον. Όπως και αν έχει τα παιχνίδια δεν είναι αθώα. Όπως ούτε τα παιδικά τραγουδάκια, ούτε τα παραμύθια. Είναι γεμάτα συμβολισμούς και συμπυκνωμένη εμπειρία και πληροφορία και γνώση για το παρακάτω. Είναι μαθήματα όλα αυτά, που σε προετοιμάζουν για την υπόλοιπη ζωή σου.
- ... εντάξει, ναι μάλλον... σκατά, νιώθω πολύ γριά πλέον. Μου λείπουν όλα αυτά. Αλλά έχω μεγαλώσει πολύ για να τα κάνω πάλι.
- Δε σταμάτησες να παίζεις επειδή μεγάλωσες. Μεγάλωσες επειδή σταμάτησες να παίζεις.


Ήθελα να πω και μια ατάκα από Τομ Ρόμπινς αλλά το άφησα.

Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2012

10 τρόποι να διαβάσουμε τον Μπουκόφσκι


1. Ακούγεται ίσως παράξενο να λέγεται αυτό για έναν άνθρωπο που ψήφισε πρώτη φορά στη ζωή του σε ηλικία εβδομήντα σχεδόν χρονών και ο οποίος γράφει μια ποίηση από την οποία απουσιάζει σχεδόν παντελώς το α΄ πληθυντικό πρόσωπο, οφείλουμε ωστόσο να διαβάζουμε και να αντιμετωπίζουμε τον Τσαρλς Μπουκόφσκι πρωτίστως ως πολιτικό συγγραφέα. Γιατί είναι ένας από τους ελάχιστους συγγραφείς του 20ου αιώνα που έδωσαν φωνή και λογοτεχνική ύπαρξη στο, εν πολλοίς, βουβό και αόρατο προλεταριάτο της Αμερικής. Έχοντας γνωρίσει από πρώτο χέρι και στο πετσί του τις άθλιες συνθήκες εργασίας και ζωής της κατώτερης εργατικής τάξης, δεν παύει με την ποίηση και την πεζογραφία του να περιγράφει αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα και αναδεικνύεται, έτσι, στον κατ’ εξοχήν εκφραστή της εργατικής τάξης θέτοντας στο κέντρο του έργου του έναν κόσμο εξαπατημένο, τρομοκρατημένο, αποβλακωμένο, εξευτελισμένο και υπαρξιακά ηττημένο από τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που επικρατούν στο σύγχρονο καπιταλισμό – συνθήκες που από την εποχή του Μπαλζάκ και του Ντίκενς έχουν μεταβληθεί στην ουσία τους πολύ λιγότερο απ’ όσο έχουμε την τάση να πιστεύουμε.  

2. Κι αν η αναγνώριση και περιγραφή εκ μέρους του Μπουκόφσκι αυτής της ξεκάθαρα ταξικής δομής της αμερικανικής κοινωνίας γίνεται με έναν λόγο ουδέτερο, ελάχιστα ρητορικό και καθόλου προγραμματικό, δεν ισχύει το ίδιο και για τη συνολική κριτική που ασκεί. Με κάθε σελίδα που γράφει ο Μπουκόφσκι κατεδαφίζει ένα κομμάτι του αμερικανικού ονείρου. Στρέφεται συνειδητά τόσο με τον τρόπο ζωής του όσο και με το έργο του ενάντια στην υπερβολική κατανάλωση και στη συσσώρευση υλικών αγαθών, στρέφεται ενάντια στη μισθωτή εξουθενωτική και μονότονη εργασία, αρνείται την ιδεολογία της ατομικής επιτυχίας και της κοινωνικής ανόδου και ασκεί πολεμική στην ιεραρχική δομή της καπιταλιστικής κοινωνίας από την οπτική πλευρά, πάντα, της εργατικής τάξης. Η βασική πολιτική του στάση, σύμφωνα με το Russell Harrison, χαρακτηρίζεται από μια ηθική άρνησης της εργασίας, που δεν μπορεί παρά να φέρει στο νου την ανάλογη άρνηση του Αντρέ Μπρετόν, του Γκυ Ντεμπόρ και των συνοδοιπόρων τους.

3. Στη Γαλλία του μεσοπολέμου, όπου κυρίως έδρασαν οι υπερρεαλιστές, και στη μεταπολεμική Γαλλία, όπου έδρασαν οι καταστασιακοί, αυτοί που κυρίως εφάρμοσαν το δόγμα της άρνησης κάθε μισθωτής εργασίας ήταν οι καλλιτέχνες και οι στοχαστές οι οποίοι το διατύπωσαν κιόλας. Στην προπολεμική, όμως, Αμερική της οικονομικής ύφεσης και στη μεταπολεμική Αμερική της ανάπτυξης ο Μπουκόφσκι βρήκε τους ήρωές του στις φτωχογειτονιές και στα μπαρ, στα παγκάκια των πάρκων και στις γωνίες των δρόμων, στα φτηνά ενοικιαζόμενα δωμάτια και στα φτωχοκομεία, στο περιθώριο δηλαδή της σύγχρονης κοινωνίας. Και γίνεται στο εξής ο κατεξοχήν χρονικογράφος αυτού του κόσμου, ένας ακάματος γεωγράφος και ηθογράφος του περιθωρίου της Πόλης των Αγγέλων. Οι αλήτες που συναντάει, συναναστρέφεται, παρατηρεί, συμπονεί και αντιπαθεί και τους οποίους περιγράφει σε ολόκληρο το έργο του είναι οι άνθρωποι που ενσαρκώνουν το ιδανικό πρότυπο ζωής για τον Τσαρλς Μπουκόφσκι: την ολοκληρωτική άρνηση κάθε εργασίας και κάθε συμμετοχής σε αυτή τη μορφή κοινωνίας.

4. Με μια τέτοια άποψη για την πραγματικότητα, την κοινωνία και τη ζωή, που σε πολλές περιπτώσεις μετατρέπεται σε τρόπο ζωής για τον ίδιο, δεν είναι παράδοξο που ο Τσαρλς Μπουκόφσκι συχνά εμφανίζεται ως βασικός εκπρόσωπος της αντικουλτούρας των δεκαετιών του ’50 και του ’60 και το όνομά του φιγουράρει πλάι στα ονόματα του Γκίνσμπεργκ, του Μπάροουζ, του Κόρσο και των υπόλοιπων μπιτ συγγραφέων. Το έργο του, πράγματι, μπορεί να ενταχθεί στο μεγάλο αυτό κίνημα αμφισβήτησης, καθώς ο ίδιος αμφισβητεί και επιτίθεται με σφοδρότητα σε κάθε επιβαλλόμενη αυθεντία και σε κάθε εξουσία. Ξεκινώντας από τον πατέρα του, τον πρώτο που του γνώρισε το ωμό και ηλίθιο μίσος, και τους γιατρούς, που τον αντιμετώπισαν πάντα με αδιαφορία και απέχθεια, συνεχίζει με τους κατά καιρούς εργοδότες και επιστάτες που συνάντησε στις δεκάδες δουλειές που αναγκάστηκε να κάνει και δεν αφήνει, βέβαια, απ’ έξω ολόκληρο το ακαδημαϊκό και δημοσιογραφικό κατεστημένο, τους επαγγελματίες ποιητές και συγγραφείς, τους πολιτικούς καθώς και τους πλούσιους και διάσημους της κινηματογραφικής βιομηχανίας.

5. Την έντονη και δηκτική κριτική του, ωστόσο, δεν την αποφεύγουν και όλοι συλλήβδην οι εκπρόσωποι του μαζικού αυτού κινήματος αμφισβήτησης, είτε πρόκειται για τους γνωστούς και προβεβλημένους επαναστάτες και συγγραφείς της αντικουλτούρας είτε για τους κάθε λογής ανώνυμους ειρηνιστές, φεμινίστριες, αριστερούς, παιδιά των λουλουδιών, οπαδούς της ελεύθερης χρήσης ναρκωτικών και του ελεύθερου έρωτα. Γιατί η στάση του Μπουκόφσκι και η κριτική που αυτός ασκεί, διαφέρουν από τη δική τους καταρχάς από τη θέση από την οποία επιχειρούνται – ο Μπουκόφσκι αρνείται, για παράδειγμα, τη στράτευση αλλά το κάνει αυτό στη διάρκεια του β΄ παγκοσμίου πολέμου, ενός πολέμου που είχε την καλή έξωθεν μαρτυρία εφόσον γινόταν κατά του ναζισμού, ενώ οι λογής αρνητές στράτευσης του πολέμου στο Βιετνάμ αντιτίθενται σε έναν πόλεμο που καμία συνείδηση δεν τον παραδεχόταν ως «καλό» και δικαιολογημένο. Επίσης, το ποτό, τα ναρκωτικά, ο αχαλίνωτος έρωτας, η χυδαία γλώσσα, η βία δεν προβάλλονται από τον Μπουκόφσκι ως μέσα μιας καλλιτεχνικής (και εν μέρει ελιτιστικής) απελευθέρωσης, αλλά ως καθημερινές εμπειρίες του περιθωρίου και της εργατικής τάξης από την οπτική γωνία των οποίων και περιγράφονται.  

6. Ο Μπουκόφσκι εξάλλου κινείται ανάμεσα σε αυτούς τους ανθρώπους και ζει τη ζωή τους, γνωρίζει καλά την καθημερινότητά τους, τις διαφυγές τους, τις αγωνίες τους και τη σκέψη τους (ή την έλλειψη σκέψης τους), γιατί ο Μπουκόφσκι είναι ένας πλάνης, ένας flâneur, ένας καθημερινός κατάδικος της πρωτεύουσας, όπως έγραψε ο Λαφόργκ για τον Μπωντλαίρ. Κι ο Βάλτερ Μπένγιαμιν εξηγούσε: άφηνε το θέαμα του πλήθους να επιδρά πάνω του. Όμως εκείνο που τον γοήτευε βαθύτατα σ’ αυτό το θέαμα ήταν ότι, μέσα στη μέθη στην οποία τον βύθιζε, η τρομερή κοινωνική πραγματικότητα δεν εξαφανιζόταν. Παρέμενε στη συνείδησή του, με την έννοια βέβαια υπό την οποία οι μεθυσμένοι έχουν «ακόμη» συνείδηση πραγματικών καταστάσεων. Είτε βρίσκεται με τις ώρες σ’ ένα μπαρ και πίνει είτε καθημερινά στον ιππόδρομο και στοιχηματίζει είτε είναι στο δρόμο και περιφέρεται άεργος ή ακόμα και μέσα στο δωμάτιό του μόνος τις νύχτες, αυτό που κάνει ο Μπουκόφσκι είναι να παρατηρεί και να στοχάζεται την ανθρώπινη κατάσταση, την κοινή ανθρώπινη μοίρα και να την αποτυπώνει στο χαρτί με τον προσωπικό του «βρόμικο ρεαλισμό».

7. Ο ποιητής και αφηγητής των εκατοντάδων μικρών καταστροφών, προσωπικών και πανανθρώπινων, δημιουργεί με τη γραφή του μια ανθρώπινη κωμωδία, τόσο με την έννοια του έργου που αγκαλιάζει το σύνολο της ανθρώπινης ζωής όσο και με τη διαρκώς παρούσα σε αυτό διάσταση του χιούμορ. Γιατί η ποίηση και η πεζογραφία του Μπουκόφσκι είναι γεμάτες από αυτό το χιούμορ, που άλλοτε παίρνει τη μορφή του απελπισμένου γέλιου των καταδικασμένων και άλλοτε του προκλητικού γέλιου των οργισμένων, άλλοτε είναι το βιτριολικό χαμόγελο του σατιρικού και άλλοτε το καθαρό ατόφιο γέλιο που προκαλείται από τις μικρές ευτυχίες της καθημερινότητας. Συνδυάζοντας ο Μπουκόφσκι τη μικρή, καίρια και ευθύβολη φράση με την απερίφραστη βωμολοχία και την ακραία προγραμματική ειλικρίνεια δημιουργεί ένα μείγμα όπου το χιούμορ τινάζει τους σπινθήρες του σε κάθε γύρισμα της σελίδας. Είναι ένας Χέμινγουεϊ με μεταμοντέρνο γέλιο, καθώς τον χαρακτηρίζει ευφυώς η Julian Smith.

8. Οι στιγμές όπου κατ’ εξοχήν εκδηλώνεται αυτό το μπουκοφσκικό χιούμορ βρίσκονται χωρίς αμφιβολία στις ερωτικές περιγραφές που αφθονούν στο έργο του και οι οποίες από την πρώτη κιόλας στιγμή της συγγραφικής του πορείας κέρδισαν την προσοχή του κοινού, κυρίως αρνητικά και σπανιότερα θετικά, και ως σήμερα δεν έχουν πάψει να αποτελούν εμπόδιο στην πλήρη αποδοχή της ποιητικής και αφηγηματικής αξίας του Μπουκόφσκι. Γιατί δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο Μπουκόφσκι είναι σε μεγάλο βαθμό ένας ερωτικός συγγραφέας, στα βιβλία του οποίου άλλοτε περισσεύει η πορνογραφική και βωμολοχική διάθεση, άλλοτε παρασύρεται από τη γελοιογραφική και σαρκαστική του διάθεση και άλλοτε, όχι σπάνια, αποκαλύπτεται η ρομαντική ακόμη και μυστικιστική του ψυχή (στα δεκάδες ποιήματα που έχει αφιερώσει στην Τζέιν, παραδείγματος χάριν). Όπως σημειώνει ο David Charlson, είναι εν μέρει Δον Ζουάν και εν μέρει Κτήνος (από την Πεντάμορφη και το Κτήνος)· και εν μέρει ένας Ρωμαίος, θα προσθέταμε, πάντοτε όμως είναι ένας μεγάλος ερωτικός.

9. Ο Μπουκόφσκι από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε έχει διαβαστεί κι έχει γίνει αντικείμενο παρανόησης με πολλούς και ποικίλους τρόπους. Το έργο του έχει αποτελέσει αγαπημένο στόχο σφοδρών επιθέσεων εκ μέρους των κάθε λογής φεμινιστριών αλλά και εκ μέρους του ακαδημαϊκού και λογοτεχνικού κατεστημένου, το οποίο ευθύς εξαρχής τον αντιμετώπισε με αδιαφορία, περιφρόνηση και έκδηλη απέχθεια. Έχει χαρακτηριστεί χυδαίος, ακόλαστος, αθυρόστομος, βλάσφημος, βωμολόχος, πορνογράφος, τζογαδόρος, βίαιος, αλήτης, μισογύνης, σεξιστής, μισάνθρωπος, μεθύστακας, ναζιστής, απλοϊκός, κυνικός, με μια φράση: όνειδος για την οικογένεια, την κοινωνία και το έθνος, όπως προφητικά τον χαρακτήριζε ο πατέρας του. Και ως τέτοιος διαβάζεται από πολλούς ακόμα και σήμερα.

10. Είναι καιρός όμως πια να τον διαβάσουμε ως αυτό που κυρίως είναι: ένας μεγάλος και πολυδιάστατος συγγραφέας που προσφέρει, συγχρόνως, αδιαμφισβήτητη αναγνωστική απόλαυση και παρηγοριά για την ανθρώπινη μοίρα, που με τον ρεαλισμό του απεικονίζει τη ζωή και την ύπαρξη όπως ακριβώς είναι και, με την ίδια κίνηση, δείχνει πως τις ίδιες πόρτες μπορούμε να τις ανοίξουμε και με διαφορετικό τρόπο και τους ίδιους δρόμους μπορούμε να τους βαδίσουμε με διαφορετικό βήμα. Ένας συγγραφέας που, αν και γράφει έχοντας ως αποκλειστικό σχεδόν θέμα και πρωταγωνιστή τον εαυτό του, αυτό που κατά βάση κάνει είναι να μιλάει για όλους τους ανθρώπους με τρόπο που λίγοι ως τώρα το έχουν πετύχει και να ασκεί κριτική σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή θεσμό απειλεί να τσακίσει τον άνθρωπο.

Το κείμενο είναι του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου.

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

Απόσπασμα από το "Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα"

Γκρίζος κρεπαρισμένος χολεριασμένος και γρουσούζης σκατογκρινιάρης μιζερομίζερος σνομπάκιας μουνάκιας γκινιόλης πολύ Σοπενάουερ ο αρχίδης που να φτύσω στον τάφο μου.
       Να πω την αλήθεια δε με γουστάρω καθόλου.
Μ' αρέσουν οι έρημες δεντροστοιχίες η Ζυλιέτ Γκρεκό που τραγουδάει "μισώ τις Κυριακές" τα βρεμμένα παγκάκια τα νεκρά φύλλα τα ωραία ρούχα τα ωραία φαγητά οι χνουδάτες πετσέτες το χάι φιντέλιτυ η Χάντσον Κόμμοντορ του '50 το Φλοκάκι κι ο βιεννουά στο Πέτρογραδ μ' αρέσει ο Έρρολ Φλυν στην Επέλαση της Ελαφριάς Ταξιαρχίας και η Μαρί Μπλανσάρ- κανείς δεν την ξέρει αλλά στο φινάλε στα παπάρια μου ζω και χωρίς αυτά- δε ζηλεύω κανέναν και τίποτα τους έχω χεσμένους όλους τους ρουφιάνους κι αυτό με γεμίζει φούρκα δεν πάει άλλο- πολύ αδιαφορία έχει πέσει.
Η μόνη λύση μου είναι να υποκρίνομαι ότι μοιράζομαι μαζί τους τον ίδιο κόσμο κάτω απ' τον ίδιο γαμημένο ήλιο εγώ που γουστάρω τη βροχή τη θύελλα και το χιονόνερο τα μαύρα σύννεφα στο πεζοδρόμιο τον πυρετό τα ρίγη το σκοτεινό μου πάρκο και την υγρασία.
Καμμιά φορά μου τη δίνει και βγαίνω έξω από το σπίτι μου στα Τουρκοβούνια στον χωματόδρομο της Αγίας Φωτεινής και πλακώνω τις πετριές πάνω απ' τα σπίτια και τις ταράτσες να πέφτουνε στην κάτω γειτονιά- τις καλές ημέρες ακούω και κανά τζάμι να σπάει μετά τσιρίδες μακρινές μέχρι που μου την έπεσε ένας γείτονας- τι κάνεις εκεί ρε παιδί- πετάω πέτρες του είπα- άντρας είσαι εσύ ρε; θα σκοτώσεις κανέναν άνθρωπο- όχι του είπα πούστης είμαι τι γουστάρεις; κ' έμεινε κάγκελλο ο  βρωμύλος- έχω να πετάξω πολλές πέτρες ακόμα ρε καριόληδες.
Μ' αυτό που με ζοχαδιάζει περισσότερο είναι πως με πατάω στο λαρύγγι δεν μου συγχωράω τίποτα- και δε με γουστάρω καθόλου γαμώ την ανωμαλία μου μέσα να γιατί όταν είμαι κακός είμαι κακός αλλά όταν είμαι καλός είμαι χειρότερος.
Στα δώδεκά μου χρόνια έφαγα την γκόμενα του Ηλία του καλλίτερού μου φίλου μεγάλη τσογλανιά κ' έπαψα πια να με πιστεύω μου κούνησε το κωλαράκι της η βρωμομούνα κι άρπαξα σα χάνος κι από τότε έτσι και καταφέρω να προσπεράσω τα καριολόμουνα τις γκόμενες των φίλων μου νοιώθω πως κάτι νίκησα πως κάτι κέρδισα μαζί κ' έναν κουτσό πόντο.
Και δε ζηλεύω τις βίλλες στο Καλαμάκι τους μεγάλους πράσινους κήπους τις βεράντες με τις κουρτίνες στις μπαλκονόπορτες τις καλοθρεμμένες μουνίτσες στο πατινάζ τις χάι σοσάιετυ μουνάρες της Αρζεντίνα δεν κάνω όνειρα με ακριβά ρολόγια και μανικετόκουμπα δε θέλω να τρέχω πιο γρήγορα από τον Τάκη να βάζω ωραία τζαμπ-σουτ σαν τον Όλιβερ δε θέλω να' μαι πρώτος πουθενά- είμαι πρώτος από χέρι και σας έχω όλους γραμμένους στον πόιτσο μόι κουφάλες.

Εντάξει κάπου κάπου όλα αυτά μου θυμίζουν ρήματα της καυχήσεως εκείνου του παπάρα του Αλεξανδρινού Αιμιλιανού Μονάη όμως μη με σκουντάτε στον δρόμο ρε αρχίδια σκουντιέμαι και μόνος μου δε σας έχω ανάγκη- να τα βρω λίγο μαζί μου θέλω- γιατί όπως είπε κάποτε κι ο Τζέρρυ Λούις πρέπει ν' αγαπάς λίγο τον εαυτό σου γιατί στο κάτω κάτω μ' αυτόν θα ζήσεις όλα σου τα χρόνια.

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Λίγος ακόμα Ν.Ν