Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

“Αυτός που βγήκε χαμένος”


Μουρμουρίζει μόνος του, όπως κάνουν όσοι υποφέρουν από μοναξιά.
Ακόμα έχει μεράκια, ακόμα λαχταράει.
Ποιόν άραγε και τί;
Μπήγει τα γέλια νευρικά όταν του έρχεται να μπήξει δαγκωνιές.
Κάνει έρωτα με σφιχτοκλεισμένα μάτια.
Του φαίνεται πως έχει κεφάλι ψαριού, βράγχια, λέπια.
Κάνει με μισή καρδιά ό,τι μπορεί.
Στα βασικά ζητήματα τα κάνει μούσκεμα.
Δεν μπορεί να ζήσει ούτε μαζί, ούτε χωρίς αυτούς που αγαπά.
Σέρνει το κορμί του στα πιο απίθανα μέρη.
Ονειρεύεται σταματημένες ατμομηχανές που βγάζουν καπνό στη χειμωνιάτικη νύχτα.
Χιόνι.
Σπάνια μιλάει, σπάνια ακούει, κάνει πως ακούει, κάνει πως μιλάει.
Φοβάται τα μεγάλα σκυλιά. Τους ρίχνεται στον ύπνο του.
Βάρος του τα προνόμιά του, αλκοολίκι η συνείδησή του.
Σίγουρος πως μόνο όποιος υποφέρει έχει δικαίωμα να ζει.
Θέλοντας και μη ευσυνείδητος, κατά βάθος ακοινώνητος.
Ημι-αυτιστικός συνδικαλιστής, ονειροπολεί στις συνελεύσεις.
Πιστεύει πως όσοι νομίζουν ότι έχουν δίκιο έχουν άδικο για αυτόν ακριβώς το λόγο.
Αφόρητα απροσποίητος.
Υποψιάζεται πως όλοι είναι σαν αυτόν και για αυτό είναι φιλύποπτος.
Τις νύχτες κείτεται άγρυπνος σφιχτοκρατώντας το πέος του.
Συγχύζεται εκεί που δεν πρέπει, όταν δεν πρέπει και όπως δεν πρέπει.
Κρυφοί μονόλογοι με νεκρούς ποιητές σε μυστικά δωμάτια.
Έχει ακουστεί να λέει: “Σύντροφοι, μην πάτε για ύπνο πριν πάρετε το υπνωτικό σας χάπι.”
Σκοντάφτει πότε- πότε, πέφτει, βλέπει οράματα, τον συνεπαίρνει η ομορφιά της γης.
Θεωρεί ότι οι φιλόζωοι είναι δειλοί.

~"Tillkortakommanden",  Claes Andersson~