Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

[Προμετωπίδα σὲ μιὰ ἀντιγραφὴ τῶν «Ὠδῶν»]

«Θλίβει ὁ καπνὸς τὸ διάστημα γαλάζιον τῶν ἀέρων»- διαβάζω
Κάλβο, ποὺ τύπωσε στὰ ῾26 καὶ τὸν γνωρίσαμε στὰ ῾88·
καὶ ποὺ ἔμεινε ἀξομολόγητος στὰ γεροντάματα, σὰν ἕνα «ραγισμένο βάζο»,
στὰ χέρια μιᾶς γριᾶς Ἐγγλέζας δασκάλας, σύμβολο ἀκατάλυτο καὶ φριχτὸ

γιὰ ὅσους ἐπιμένουν νὰ γράφουν στίχους ἢ πρόζα ποὺ κανεὶς δὲν καταλαβαίνει,
καὶ γυρεύουν νὰ δοξαστοῦν, οἱ τυχάρπαστοι, ἀπὸ τοὺς λογάδες καὶ τοὺς σοφούς,
ἐνῶ θὰ νά ῾ταν χίλιες φορὲς προτιμότερο, καὶ ἡ τέχνη πολὺ πιὸ εὐτυχισμένη,
ἂν πήγαιναν στὴν Ἐκάλη νὰ μαζεύουν κούμαρα, ἢ στὴ Γλυφάδα νὰ ψαρεύουν ροφούς.

Γ. Σεφέρης

Τράνσβααλ, 11. 12. 1941



Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

Είναι κάπως αστείο

σε ένα κομμάτι χαρτί
με κάτι σκόρπιες σημειώσεις σκέψεων
-τώρα το βλέπω σαν κάποιου τύπου ημερολόγιο χωρίς γεγονότα-
κάπου γύρω στα 16
έγραφα


"να φροντίσεις
να είσαι ανίκανος να νιώσεις μοναξιά"


σωστός, το είχα ξεχάσει, θα το φροντίζω

και είμαι ήδη σε πολύ καλό δρόμο

Portrait of a Lady

Διάπραξες-
Μοιχεία: όμως τούτο γίνηκε σε άλλη χώρα
και χώρια απ' αυτό η τσούπρα έχει πεθάνει. (Jew of Malta)

Ι.
Του Δεκέμβρη κάποιο δειλινό γεμάτο κάπνα και ομίχλη
Άφησες τη σκηνή να στηθεί μονάχη- καθώς έδειχνε πως θα γινόταν-
μ' ένα "αυτό το απόγευμα το κράτησα για σένα"
και στη σκοτεινιασμένη κάμαρα τέσσερα κεριά,
τέσσερα δαχτυλίδια φωτεινά απάνω στο ταβάνι
Ατμόσφαιρα μνήματος Ιουλιέτας.
Έτοιμη για όσα είναι να ειπωθούν ή ανείπωτα να μείνουν.
Ας πούμε, πήγαμε και ακούσαμε το νεότατο Πολωνό
να εκπέμπει απ' τα μαλλιά και τα ακροδάχτυλά του τα Πρελούδια.
"Τόσο οικείος, αυτός ο Chopin, που θαρρώ πως η ψυχή του
θα έπρεπε να ανασταίνεται ανάμεσα σε φίλους μονάχα
κανά δυο-τρεις, που δε θα πλήγωναν την τελειότητα
που φθείρεται και αμφισβητείται στις αίθουσες συναυλιών."
- Και έτσι η κουβέντα ξεγλιστρά
ανάμεσα σε επιθυμίες χαλαρές, τύψεις προσεκτικά ξεγελασμένες,
ανάμεσα σε ήχους χαμηλόφωνους βιολιών
που μπλέκονται με απόμακρες κορνέτες
και ξεκινά.
"Δεν ξέρεις τι σημαίνουν οι φίλοι μου για μένα,
και πόσο, πόσο περίεργο και σπάνιο είναι, να βρεις,
σε μια ζωή που απαρτίζεται τόσο πολύ, τόσο πολύ από απομεινάρια,
(γιατί στα αλήθεια δεν την αγαπώ... τό'ξερες; δεν είσαι τυφλός!
Πόσο ευαίσθητος είσαι!)
να ανακαλύψεις κάποιο φίλο που να'χει τις ποιότητες εκείνες
να'χει και να προσφέρει
τις ποιότητες εκείνες που πάνω τους στηρίζεται η φιλία.
Τι σημασία έχει που στα λέω όλα αυτά
Δίχως τις φιλίες αυτές- η ζωή, τι βαρεμάρα!"

Ανάμεσα σε κουρδίσματα βιολιών
και κορόνες
από κορνέτες ραγισμένες
ένα πνιχτό ταμ-ταμ αρχινά μες στο μυαλό μου
να σφυροκοπά κάποιο δικό του παράλογο πρελούδιο,
Ιδιότροπα μονότονο
που'ναι τουλάχιστον μια "φάλτσα νότα" καθαρή.
Ας ανασάνουμε βαθιά, σάμπως για να φτιαχτούμε με ταμπάκο,
ας θαυμάσουμε τα μνημεία
ας συζητήσουμε τα τελευταία γεγονότα
ας βάλουμε την ώρα μας με τα δημόσια ρολόγια.
Έπειτα, ας κάτσουμε τις μπύρες μας να πιούμε καμιάν ώρα.

ΙΙ.
Τώρα που ανθούν οι πασχαλιές
έχει ένα βάζο από αυτές στην κάμαρά της
και στρίβει μια, καθώς μιλά, στα δάχτυλά της.
"Α , φίλε μου, δεν ξέρεις, δεν ξέρεις
τι πράγμα είναι η ζωή, εσύ που στα χέρια σου την έχεις"
(Στρίβοντας αργά την πασχαλιά βαδίζει αγέρωχα)
"Την αφήνεις και σου ξεγλιστρά, την αφήνεις
και η νιότη είναι σκληρή, οίκτο πολύ δεν έχει
και κοροϊδεύει πράγματα που δεν μπορεί να δει".
Φυσικά, εγώ χαμογελώ
και συνεχίζω πίνοντας τσάι.

" όμως μ'αυτές τις δύσεις του Απρίλη, που μου θυμίζουν κάπως
τη θαμμένη μου ζωή και το ανοιξιάτικο Παρίσι
νιώθω απέραντη γαλήνη και βρίσκω να είναι ο κόσμος
θαυμαστός και νεανικός στο κάτω-κάτω".

Η φωνή της επιστρέφει σαν επίμονη παραφωνία
βιολιού σπασμένου κάποιο αυγουστιάτικο δειλινό:
"Πάντοτε είμαι βέβαιη πως κατανοείς
τα αισθήματά μου, πάντοτε βέβαιη πως νιώθεις,
βέβαιη πως πάνω από την άβυσσο απλώνεις το χέρι σου.

Είσαι άτρωτος, χωρίς αχίλλεια πτέρνα.
Θα πας μπροστά και όταν επικρατήσεις πια
μπορείς να πεις: σε τούτο το σημείο απέτυχαν πολλοί
Όμως φίλε μου, τι μου έμεινε, τι μου έμεινε
να σου χαρίσω, τι μπορεί να πάρεις από εμένα;
Μόνο τη φιλία και την κατανόηση
κάποιου που βρίσκεται σχεδόν στου ταξιδιού το τέλος.

Θα μείνω εδώ, τσάι σερβίροντας σε φίλους..."

Παίρνω το καπέλο μου: πως μπορώ δειλά να επανορθώσω
αυτά που μου είπε;
Στο πάρκο θα με συναντάς κάθε πρωί
τα κόμικς να διαβάζω και τις αθλητικές σελίδες.
Σημειώνω ιδιαιτέρως
κόμισσα Βρετανή ανεβαίνει στη σκηνή
σε χορό Πολωνών κάποιος Έλληνα δολοφονεί
άλλος ένας τράπεζας καταχραστής ομολογεί.
Κρατώ την ψυχραιμία μου
Αυτοκυριαρχούμαι
Εκτός από τη στιγμή που μια λατέρνα, κουρασμένη και μηχανική
πάλι και πάλι παίζοντας κάποιο παλιό σουξέ
με τους υακίνθους στον κήπο να μοσχοβολούν
θυμίζει πράγματα που έχουν ποθήσει άλλοι.
Σωστές οι σκέψεις αυτές ή λαθεμένες;

ΙΙΙ.
Πέφτει η νύχτα του Οκτώβρη: επιστρέφοντας όπως παλιά
Με εξαίρεση μια αίσθηση ανάλαφρης κακοκεφιάς
ανεβαίνω τα σκαλιά, στρίβω το πόμολο της πόρτας
και αισθάνομαι σαν να έχω ανέβει με γόνατα και χέρια.
"Φεύγεις λοιπόν στο εξωτερικό. Και πότε επιστρέφεις;
Η ερώτηση όμως αυτή είναι περιττή.
Το πότε θα ξανάρθεις ούτε και εσύ το ξέρεις,
θα βρεις τόσα πολλά να μάθεις".
Το γέλιο μου πέφτει βαρύ ανάμεσα στα μπιμπελό.

"Ίσως μπορέσεις και μου γράψεις".
Η ψυχραιμία μου αναπτερώνεται για μια στιγμή.
ΑΥΤΟ είναι όπως το λογάριασα.
"Τώρα τελευταία αναλογίζομαι συχνά
(όμως καμιά αρχή το τέλος της δεν ξέρει!)
πως και δεν καταφέραμε να γίνουμε φίλοι".
Νιώθω σαν κάποιος που γελά και καθώς γυρίζει βλέπει
ξαφνικά την έκφρασή του σε καθρέφτη.
Χάνεται η ψυχραιμία μου. Αληθινά είμαστε στο σκοτάδι.

"Γιατί καθένας έτσι μου έλεγε, όλοι μας οι φίλοι,
όλοι τους ήταν σίγουροι πως αισθηματικά θα σχετιζόμασταν
πολύ στενά! εγώ από μόνη μου δύσκολα το καταλαβαίνω.
Πρέπει τώρα να το αφήσουμε στην τύχη
Θα μου γράψεις, όπως και να'χει.
Ίσως δεν είναι ακόμα πολύ αργά.
Θα μείνω εδώ, τσάι σερβίροντας σε φίλους".

Και πρέπει κάθε μορφή που αλλάζει να δανειστώ
έκφραση να βρω... να χορέψω, να χορέψω
σαν αρκούδα γυμνασμένη,
σαν παπαγάλος να μιλώ, σαν πίθηκος να φλυαρώ.
Ας ανασάνουμε βαθιά, σάμπως για να φτιαχτούμε με ταμπάκο-

Λοιπόν! Και αν κάποιο απόγευμα αυτή πεθάνει,
Μουντό απόγευμα καπνό γεμάτο, χρυσό απόβραδο, τριανταφυλλί.
Πεθάνει και με αφήσει εδώ να κάθομαι με την πένα στο χέρι
με τον καπνό να ξεγλιστράει από τις σκεπές.
Αναποφάσιστος, για λίγο
μη γνωρίζοντας τι να αισθανθώ ή αν το καταλαβαίνω
ή ηλιθίως ή σοφά, αργοπορημένα ή πολύ νωρίς...
Άραγε δε θα ήταν τελικά δικό της το πλεονέκτημα;
Ταιριάζει αυτή η μουσική με ένα "πέσιμο θανάτου"
τώρα που για θάνατο μιλάμε-
Και άραγε θα έπρεπε να είχα το δικαίωμα να χαμογελώ;

Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

η Ποίηση


Ένας πυρετός στο αίμα μια θηλιά στο λαιμό μηνίγγια που
βροντοχτυπούν φωνές που σε προστάζουν κρύψου σ' ακούν τα
θηλυκά φωνήεντα να στριγκλίζουν στο σκοτάδι διάττοντες ν'
αργοπεθαίνουν χρώματα να στροβιλίζουν κι η διάγνωση
κατηγορηματική ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ λέξεις διάφανες να
συνωθούνται μέσα σου συνταιριάζονται πλέουν σε μια θάλασσα
φωτός φωτιάς ποτισμένες στο αίμα της καρδιάς σου
καταγράφουν περιγράφουν κι ο Ποιητής η μόνη αληθινή αυθόρμητη
γνήσια φωνή


Σ' έναν κόσμο συναλλαγών η Ποίηση δε συναλλάσσεται  Σ'
έναν κόσμο φθοράς η Ποίηση παραμένει άφθαρτη  Είναι μια
αρρώστια που σε σιγοκαίει όπως ο έρωτας και η θέρμη
Συμπτώματα: συμπεριφορά παιδιού καθαρό μυαλό και μάτι
που τρυπάει σκοτάδια και καπνούς  Όπου Ποίηση και αλήθεια
Φάρμακο για τη μοναξιά και τους πόνους της καρδιάς Δε
χρειάζεται φίλτρο Χρήση εσωτερική Και προπαντός υπόθεση
προσωπική


Μέσα σε πλήθη τυμβωρύχων φαρισαίων κι επιτήδειων κάτω
απ' τους όγκους μολυσμένου περιβάλλοντος πίσω και πέρα
και πάνω απ' τον ηλιοβόρο χρόνο πάντοτε θα ξεπροβάλλει η
Ποίηση για την πιο μεγάλη αναμέτρηση του ανθρώπου

~Κλείτος Κύρου~



Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

“Αυτός που βγήκε χαμένος”


Μουρμουρίζει μόνος του, όπως κάνουν όσοι υποφέρουν από μοναξιά.
Ακόμα έχει μεράκια, ακόμα λαχταράει.
Ποιόν άραγε και τί;
Μπήγει τα γέλια νευρικά όταν του έρχεται να μπήξει δαγκωνιές.
Κάνει έρωτα με σφιχτοκλεισμένα μάτια.
Του φαίνεται πως έχει κεφάλι ψαριού, βράγχια, λέπια.
Κάνει με μισή καρδιά ό,τι μπορεί.
Στα βασικά ζητήματα τα κάνει μούσκεμα.
Δεν μπορεί να ζήσει ούτε μαζί, ούτε χωρίς αυτούς που αγαπά.
Σέρνει το κορμί του στα πιο απίθανα μέρη.
Ονειρεύεται σταματημένες ατμομηχανές που βγάζουν καπνό στη χειμωνιάτικη νύχτα.
Χιόνι.
Σπάνια μιλάει, σπάνια ακούει, κάνει πως ακούει, κάνει πως μιλάει.
Φοβάται τα μεγάλα σκυλιά. Τους ρίχνεται στον ύπνο του.
Βάρος του τα προνόμιά του, αλκοολίκι η συνείδησή του.
Σίγουρος πως μόνο όποιος υποφέρει έχει δικαίωμα να ζει.
Θέλοντας και μη ευσυνείδητος, κατά βάθος ακοινώνητος.
Ημι-αυτιστικός συνδικαλιστής, ονειροπολεί στις συνελεύσεις.
Πιστεύει πως όσοι νομίζουν ότι έχουν δίκιο έχουν άδικο για αυτόν ακριβώς το λόγο.
Αφόρητα απροσποίητος.
Υποψιάζεται πως όλοι είναι σαν αυτόν και για αυτό είναι φιλύποπτος.
Τις νύχτες κείτεται άγρυπνος σφιχτοκρατώντας το πέος του.
Συγχύζεται εκεί που δεν πρέπει, όταν δεν πρέπει και όπως δεν πρέπει.
Κρυφοί μονόλογοι με νεκρούς ποιητές σε μυστικά δωμάτια.
Έχει ακουστεί να λέει: “Σύντροφοι, μην πάτε για ύπνο πριν πάρετε το υπνωτικό σας χάπι.”
Σκοντάφτει πότε- πότε, πέφτει, βλέπει οράματα, τον συνεπαίρνει η ομορφιά της γης.
Θεωρεί ότι οι φιλόζωοι είναι δειλοί.

~"Tillkortakommanden",  Claes Andersson~

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2013

Μια εγωιστική ιδέα ευτυχίας.

Νομίζω πως έχω το δικαίωμα να έχω και εγώ για μία φορά (πρώτη φορά) ένα εντελώς προσωπικό και εντελώς εγωιστικό πλάνο ευτυχίας, πολύ προσωπικής και πολύ ατομικής ευτυχίας, έστω και αν αυτό είναι μικρόνοο και ανόητο και γενικά δε με νοιάζει, αυτό είναι και τέλος.
Το πλάνο, λοιπόν, έχει:
κρύο, γκρίζο ουρανό, χιόνι, κανά ποτάμι ή λίμνη ή θάλασσα και μια ψιλό- ψευτό- βαρκούλα, σπίτι με καμινάδα, μυρωδιές κέικ και καφέ, μερικά βιβλία και μουσική, να είμαι μόνος μου με μόνη συντροφιά ένα κοπάδι άγρια ζώα (και έλκηθρο) και μια αξιοπερίεργη γυναίκα και να μη χρειάζεται να ανοίγω ποτέ, σε κανέναν και για τίποτα την πόρτα μου και τα βράδια να κοιτάζω σαν ηλίθιος και σιωπηλός το βόρειο σέλας ή το φεγγάρι και να μη με νοιάζει τίποτα μα τίποτα άλλο απολύτως.


Θα τα καταφέρω, θα το κάνω. Να δείτε που δε θα είναι και τόσο δύσκολο τελικά. Ξεκινάω σήμερα και είμαι αισιόδοξος γιατί αυτή τη φορά, είναι η πρώτη φορά που έχω συγκεκριμένο στόχο και σχέδιο και σκοπό και είμαι αποφασισμένος.

Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

Συνεχίζοντας με αυτά που όλο ανέβαλα να αναρτήσω

έχουμε λίγο Μπρεχτ:


Ο ποιητής Κην έλεγε:
Πώς να γράψω αθάνατα έργα όταν δεν είμαι γνωστός;
Αν δε με ρωτήσουν πως ν’ αποκριθώ;
Γιατί να χάνω χρόνο με στίχους που ο χρόνος θα τους χάσει;
Γράφω τις προτάσεις μου σε μια γλώσσα στέρεη
Γιατί φοβάμαι πως θα περάσει πολύς καιρός
Ώσπου να εφαρμοστούν.


Για να φτάσουμε στο μεγάλο χρειαζόμαστε μεγάλες αλλαγές.
Οι μικρές αλλαγές είναι εχθροί των μεγάλων αλλαγών.
Έχω εχθρούς. Πρέπει λοιπόν να είμαι γνωστός.

"Απόφθεγμα"
================================================


Μικρός Μοναχός: Δεν νομίζετε πως η αλήθεια θα επικρατήσει, ακόμα και χωρίς εμάς, απλά και μόνο επειδή είναι η αλήθεια;

Γαλιλαίος: Όχι. Θα επιβληθεί όση αλήθεια εμείς επιβάλλουμε. Άλλωστε, η νίκη της λογικής δεν είναι παρά η νίκη των λογικών.

από το  θεατρικό “Η ζωή του Γαλιλαίου”
=======================================================================

Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

Του σκοτεινού συνωμότη*.

ΜΕΡΕΣ 1953
 
Σκεφτείτε τη θέση της Κυβερνήσεως
  μετά την δολοφονίαν των ποιητών
εμένα σκεφτείτε ανεβαίνοντας το φλογερό δρόμο
που άλλοτε ακούγονταν κλαγγές όπλων
  φοιτητών
  τώρα έρημο πάρκο.
Σκεφτείτε τη θέση των ποιητών
  μετά την εγκαθίδρυση των κυβερνήσεων
μετά τη διαταγή παύσατε πυρ υμνήσατε τους
  άρχοντας

σκεφτείτε και εμένα.

Μέσα στο ήρεμο πλήθος υψώνομαι
  με κοιτάζουν παράξενα
μέσα στη νέα βουή δεν ακούγομαι
  πέφτω και φεύγω.
Γιέσενιν – Μαγιακόφσκι αδελφοί που τερματίσατε
δεν αγαπήσατε τα ήρεμα βράδια τον καφέ
  τις συζητήσεις
δεν είχατε σε ποιόν να επιτεθείτε.
Τώρα κυριαρχεί η χαμηλή φωνή
κάποιου εγκάρδιου Ναζίμ
  που μας καλεί για ειρήνη
τώρα χτυπάν στα πάρκα τα παιδιά τραγούδια των σκλάβων.
Ξαφνιάζονται οι άνθρωποι σαν ακουστεί
το Εμπρός επαναστάτες
ξαφνιάζονται σαν ακουστεί Ελευθερία.

Πάψε τους ύμνους σου αστέ ποιητή έλληνα
  Λειβαδίτη
για έρωτες και σπίτια και ηρεμία
  όσο ανθρώπινα κι αν είναι.
Αύριο θ’ αναγκαστείς να φωνάζεις
όπως άλλοτε μαζί μου θάνατος στους τυράννους.
Αύριο που η ζωή θα μας σφίγγει
θα βγεις με την κορούλα σου στους δρόμους
γεμάτος απορία μέσα στις φλόγες
  και δε θ’ αναγνωρίζεις τίποτα.
Έλα μαζί μου.
Μίλα για μια τεράστια σύγκρουση της εργατιάς
  μ’ αρχόντους
ατσάλωνε την τόση θέληση της
  πάψε τους θρήνους σου.
Εγώ με τη φωτιά του 17 προχωράω αντίθετα
  από τα συνέδρια τις συσκέψεις
αντίθετα από τις μυστικές αστυνομίες
από τους υπουργούς τις δεξιώσεις
  αντίθετα στον πόλεμο.

Κανένας πια δεν έμεινε ποιητής.
Έτσι μονάχος ανοίγω το δρόμο.

--------------------------------
--------------------------------
(*του Μ. Κατσαρού.)